Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα σπίτι, κάπου μακριά, λίγες ώρες προτού η νύχτα παραδώσει το βασιλικό της σκήπτρο στη διάδοχο της, την ημέρα, που περίμενε καρτερικά στολισμένη με ηλιόπλεχτο στεφάνι στα μαλλιά της, ακούστηκε δυνατά το κλάμα ενός μικρού παιδιού. Κι ήταν τόσο δυνατό που εκτοξεύθηκε στον αέρα σαν καλά προγραμματισμένος πύραυλος και περνώντας με τρομερή ταχύτητα πάνω από ολόκληρες πολιτείες και χώρες, έφτασε και στ’ αυτιά του ξακουστού Ονειρομάγου!



Ο Ονειρομάγος, ένας καλοκάγαθος γέρος, λίγο αστείος με τα τεράστια αυτιά του και με το αστεροκεντημένο του σκουφί και τη φουντίτσα του που κάθε τρεις και λίγο γλιστρούσε μπροστά στα μάτια του, έμενε στ’ αλήθεια πολύ μακριά. Και πολύ ψηλά! Σε ένα μεγάλο συννεφένιο κάστρο, σαν αυτά που δεν συναντάς πουθενά αλλού παρά μόνο στα παραμύθια. Οι τοίχοι, οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν όλα φτιαγμένα από βαμβακωτά σύννεφα. Ακόμη και η σκεπή! Σου έδινε την εντύπωση, πως αν το φυσούσες δυνατά, αμέσως θα διαλυόταν. Μα δεν ήταν καθόλου έτσι.


Τα συννεφάκια που κοντά κοντά είχαν αγκαλιαστεί για να το φτιάξουν, ήταν κι αυτά μαγικά! Κανείς δεν μπορούσε να τα πλησιάσει, μα κι αν κάποιος το κατάφερνε, πάλι δεν μπορούσε να περάσει μέσα στο κάστρο καθώς εκείνα, μόλις καταλάβαιναν τους κακούς σκοπούς του, άλλαζαν στη στιγμή θέση,
ανέβαινε το ένα πάνω στο άλλο κι ευθύς μεταμορφώνονταν στο πιο δυνατό και τρομερό σύννεφο του κόσμου και του ουρανού, που όμοιό του δεν υπήρχε!
Νυσταγμένος λοιπόν όπως ήταν ο Ονειρομάγος, πετάχτηκε από το κρεβάτι του , τράβηξε πίσω τη φουντίτσα από το σκουφί του που πάλι είχε όρεξη για παιχνίδια, και τέντωσε τ’ αυτιά του να μεγαλώσουν κι άλλο, να ακούσει καλύτερα. Να καταλάβει ποιανού παιδιού ήταν το κλάμα που άκουγε και να τρέξει να το βοηθήσει. Αυτή ήταν η δουλειά του εξάλλου. Να παγιδεύει μέσα σε ένα μεγάλο τσουβάλι, τα κακά όνειρα που λίγο πριν είχαν παγιδέψει κι εκείνα κάποιο καημένο παιδάκι, την ώρα που κοιμόταν. Κι αφού τα έσπρωχνε με τη βοήθεια του μαγικού του ραβδιού να μπουν στο τσουβάλι του με το ζόρι, τα πήγαινε στο κάστρο του και τα κλειδαμπάρωνε στο υπόγειο. Έτσι εκείνα, έμεναν για πάντα εκεί και δεν πήγαιναν ξανά να τρομάξουν κανέναν.



Φόρεσε όπως όπως τα ρούχα του, κλείδωσε τη συννεφένια πόρτα και μπήκε τρέχοντας στ’ ονειράμαξό του. Περίεργο που ήταν! Δεν είχε ούτε ρόδες, ούτε τιμόνι. Μονάχα δυο μεγάλα κάτασπρα πουπουλένια φτερά και στη θέση του τιμονιού έναν μεγάλο ηλεκτρονικό πίνακα, που μέσα εκεί χωρούσε ένας τεράστιος κατάλογος με τα ονόματα όλων των παιδιών του κόσμου!



Ο Ονειρομάγος τα γνώριζε από τη στιγμή που γεννιόντουσαν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήξερε και πού μένουν και το κλάμα τους να ξεχωρίζει...τι μάγος θα ήταν αλλιώς; Κάθε μέρα, μόλις άκουγε το πρώτο κλάμα ενός μωρού που ερχόταν στο κόσμο, έτρεχε και πληκτρολογούσε το όνομα του στον ηλεκτρονικό πίνακα του ονειράμαξού του, τη διεύθυνση του σπιτιού του , μα και κάτι ιδιαίτερο για το ξεχωριστό κλάμα που είχε κάθε παιδί : «τσιριχτό»...«βουβό»...«φωνακλάδικο»...«παραπονιάρικο»... Και τα βράδια, ίσα που κατάφερνε κι αυτός να βυθιστεί στην αγκαλιά
του ύπνου και να ξεκλέψει λίγα λεπτά ξεκούρασης.
Δεν ήταν εύκολη η δουλειά του. Αλλά, η αγάπη του για τα μικρά παιδιά, τον έκανε να ξεχνάει κάθε κούραση και να έχει πάντα στο μυαλό του, πώς να τα βλέπει να κοιμούνται ήρεμα κι ευτυχισμένα.



-Φύγαμε ονειραμαξάκι μου! είπε δυνατά και πάτησε με το παχουλούτσικο δάχτυλό του το όνομα του φίλου του, του Κίμωνα

Αμέσως ο πίνακας φωτίστηκε, έβγαλε τη διεύθυνση του σπιτιού του μικρού και το ονειράμαξο ξεκίνησε μοναχό του να φτάσει στον προορισμό του όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ο καημένος ο Κίμωνας δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει. Τόσο πολύ τον είχε ταράξει το κακό όνειρο που είχε δει. Κουκουλωμένος ως απάνω με το πάπλωμά του, έτρεμε στην ιδέα ότι εκείνο, το κακό όνειρο, είχε κρυφτεί μαζί με τον κακάσχημο γίγαντα που τον κυνηγούσε, στο δώματιό του. Τι κι αν η μαμά του προσπαθούσε να τον πείσει ότι τα κακά όνειρα είναι μόνο όνειρα. Τι κι αν του λεγε και του ξανάλεγε ότι κανείς δεν μπορούσε να τον πειράξει, για να τον πείσει να ρίξει μια ματιά τριγύρω του, να δει μόνος του ότι κανείς και τίποτα δεν υπήρχε δίπλα ή κάτω από το κρεβάτι του, ή ακόμη και μέσα στην ντουλάπα .Εκείνος συνέχιζε να κλαίει σιωπηλά πια και να κρατά σφιχτά τα σκεπάσματα πάνω από το κεφάλι του.
-Πάω να σου φτιάξω ένα ζεστό γάλα, νομίζω θα σε βοηθήσει να κοιμηθείς ξανά του είπε η μαμά του στο τέλος τρυφερά, χαϊδεύοντας το κεφαλάκι του απαλά πάνω από το πάπλωμα, αφού είδε κι απόειδε με το πείσμα του γιου της.



Μα πώς νόμιζε ότι ήταν τόσο εύκολο να ξεχάσει όσα είδε; Πώς να ξεχάσει τον τρομερό γίγαντα που εμφανίστηκε από το πουθενά την ώρα που εκείνος, έκανε τη βόλτα του με το ποδήλατό του και λίγο έλειψε να τον κάνει μια μπουκιά; Ήταν τη στιγμή που στάθηκε για δυο λεπτά, να ρίξει λίγο νέρο στο ιδρωμένο πρόσωπό του και να ξεδιψάσει τα χείλη του. Τότε...τότε ένιωσε τη γη να σείεται κάτω από τα πόδια του, και πριν προλάβει καλά καλά ν’αναρωτηθεί τι συμβαίνει, νασου ξεπετάχτηκε μέσα από τη σχάρα του υπόνομου στην άκρη του δρόμου ένα πελώριο χέρι, λίγα μόλις μέτρα πιο μακριά από το ποδήλατό του. Και δεν ήταν, παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα, όταν ξεπετάχτηκε κι ένα άλλο χέρι μέσα...από τη μέση του δρόμου αυτή τη φορά, σπάζοντάς τον σα γυαλί



και τραβώντας όλα τα αυτοκίνητα μαζί με τους δύσμοιρους οδηγούς τους, που έτυχε να περνούν από εκεί , κάτω από τη γη! Μόνο που δεν τους κατάπιε η γη...τους κατάπιε ο γίγαντας! Και πριν προλάβει και ο Κίμωνας να ξεροκαταπιεί από την τρόμαρα του για όσα έβλεπε, φάνηκε και το τρομερό κεφάλι του αποκρουστικά άσχημου γίγαντα, που είχε για μαλλιά τρεις λιγδιασμένες κατσαρές τρίχες σα μακαρόνια βίδες, και δυο κατακόκκινα από την οργή μάτια που δεν μοιάζαν καθόλου με παλάτια! Ο Κίμωνας κόντευε να λιποθυμήσει από τον φόβο του την ώρα που τον κοιτούσε μαρμαρωμένος να σκαρφαλώνει μέσα από τις τρύπες που άνοιξε στη γη. Η βροντερή φωνή του κόντεψε να του τρυπήσει τα αυτιά.



-Βαρέθηκα όλους εσάς που μου χαλάτε την ησυχία μου με τα πέρα δώθε σας! Αρκετά! Είμαι ο άρχοντας των υπονόμων κι ήρθε η ώρα να φάω μερικούς μερικούς! Δε σας αντέχω άλλο! Ούτε εσάς ούτε τις ρόδες σας! ούρλιαξε και ξερογλύφτηκε περνώντας τη διχαλωτή του γλώσσα, που ήταν όμοια με του φιδιού, δυο τρεις φορές πάνω από τα χείλη του, ενώ χάιδευε την απαίσια χοντρή κοιλιά του που απ’ ό,τι φαινόταν...ήθελε πολλούς ακόμη για να χορτάσει.
Ο Κίμωνας άρχισε να τρέχει βαρώντας τα πετάλια όλο και πιο γρήγορα , μπας και του γλιτώσει, αλλά μια πέτρα στάθηκε αρκετή για να προδώσει και εκείνον και τη σαραβαλιασμένη πια ρόδα του ποδηλάτου του.



Τη στιγμή ακριβώς που σωριασμένος ένιωσε τα βρωμερά χέρια του γίγαντα, με τα μαύρα από τη γλίτσα νύχια και τη μυρωδιά του υπονόμου ποτισμένη στο ροζιασμένο δέρμα τους, να τον γραπώνουν δυνατά...το κακόμοιρο παιδί πετάχτηκε ουρλιάζοντας από την τρομάρα, μέσα στη νύχτα

-Ήρθα καλέ μου Κίμωνα! Μη φοβάσαι πια, έλα,έλα...ξεσκεπάσου...ακούστηκε η ψιθυριστή φωνή του Ονειρομάγου που τώρα προσπαθούσε κι εκείνος με τη σειρά του να τον πείσει να πετάξει από πάνω του τα σκεπάσματα που τόση ώρα είχε γραπωμένα.
Ο Κίμωνας πρέπει να σταμάτησε και να αναπνέει για λίγο, στην προσπάθειά του να καταλάβει ποιος του μιλούσε.
-Έλα σου λέω, ξεσκεπάσου! Δε θέλεις να δεις το απαίσιο όνειρο που σε τρόμαξε να μπαίνει σα βρεγμένο γατί μέσα στο τσουβάλι μου;
Τα τελευταία λόγια του Ονειρομάγου φαίνεται ότι κατάφεραν να κάνουν τον Κίμωνα να τον εμπιστευτεί, καθώς εκείνος, ξεσκεπάστηκε δειλά δειλά στην αρχή κι ύστερα με ένα σάλτο γεμάτο ανυπομονησία πετάχτηκε όρθιος στο κρεβάτι του.
-Μα...μα ποιος είσαι; τον ρώτησε γεμάτος απορία
-Ναι, βέβαια έχεις δίκιο καλό μου παιδί να ρωτάς. Δε συστηθήκαμε. Είμαι ο Ονειρομάγος! Δηλαδή...το κανονικό μου όνομα δεν είναι αυτό. Το κανονικό μου είναι «Κακονειροεξολοθρευτής» αλλά επειδή για κανέναν δεν ήταν εύκολο να το πει, όλοι με φώναζαν «Ονειρομάγο», κατάλαβες;
-Όχι, ψέλισσε ο Κίμωνας που είχε απομείνει με το στόμα ανοιχτό να κοιτάζει πότε τον Ονειρομάγο και πότε το ονειράμαξό του που ήταν παρκαρισμένο ακριβώς έξω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς του.
-Καλά δεν πειράζει, θα τα πούμε άλλη φορά αυτά. Ας μη χάνουμε καιρό, είσαι έτοιμος να παγιδέψουμε τον σιχαμερό γίγαντα;
Το παιδί αποσβολωμένο, κούνησε το κεφάλι του πάνω κάτω κι ο Ονειρομάγος ανέλαβε δράση



Τράβηξε από τη μέση του το μαγικό του ραβδί, το σβούριξε δυο τρεις φορές δυνατά στον αέρα κι όταν εκείνο άρχισε να λαμπυρίζει και να αφήνει στο πέρασμά του σειρές από μικροσκοπικά αστεράκια, είπε:

-Μαγικούλι μου ραβδί
σώσε το μικρό παιδί
τ’όνειρο βάλε στο σακί
και ευθύς ας ξεχαστεί!

Τότε μεμιάς, το μαγικό ραβδί έφυγε από τα χέρια του Ονειρομάγου κι άρχισε να πετάει μόνο του μέσα στο δωμάτιο πότε εδώ και πότε εκεί! Τα μάτια του Κίμωνα κόντευαν να πεταχτούν έξω καθώς δεν μπορούσε να πιστέψει όσα έβλεπε.



Το ραβδάκι συνέχιζε να κάνει κύκλους μέσα στο δώματιό του, πότε να ανεβαίνει και πότε να κατεβαίνει, να χώνεται κάτω από το κρεβάτι και το κομοδίνο και ξανά να παίρνει φόρα και να φτάνει στο ταβάνι! Ώσπου μια στιγμή...σταμάτησε απότομα πάνω από το καλοριφέρ στη γωνία. Όλα τα μικροσκοπικά αστεράκια που το συντρόφευαν τόση ώρα σε κάθε του κίνηση, μαζεύτηκαν χοροπηδώντας από τη χαρά τους πίσω από το καλοριφέρ ενώ αμέσως μετά το ραβδί, με μια απότομη κίνηση, πέταξε ξανά ψηλά σούρνωντας ξοπίσω του το κακό όνειρο που πάλευε απεγνωσμένα να ξεφύγει. Κρατώντας περήφανα το λάφυρό του, συνέχισε καμαρωτό καμαρωτό τις βόλτες του στον αέρα, περιμένοντας την τελευταία διαταγή του Ονειρομάγου για να προσγειωθεί. Τα αγριεμένα ουρλιαχτά του γίγαντα που σαν πούπουλο κι εκείνος πετούσε τώρα ψηλά κι απειλούσε ότι θα τους κάνει όλους μια χαψιά, όχι μόνο δε φόβησαν κανέναν αυτή τη φορά, αλλά έκαναν και τον Κίμωνα και τον Ονειρομάγο και τα αστεράκια να βάλουν τα γέλια καθώς στ’ αλήθεια τώρα πια δεν έμοιαζε καθόλου τεράστιος και τρομερός!


-Καλό μου ραβδί
σπρώξ’τον στο σακί
γρήγορα να μπει
σα βρεγμένο γατί!

πρόσταξε το ραβδάκι, μη μπορώντας να κρατήσει για μια ακόμη φορά τα γέλια του ο Ονειρομάγος κι άνοιξε το σακί του διάπλατα !
-Αυτό ήταν! Τσουβαλιάστηκε μια για πάντα! φώναξε ενθουσιασμένος στο μικρό παιδί που έτρεξε να τον αγκαλιάσει σφιχτά, μην ξέροντας πώς να τον ευχαριστήσει.
-Σ’ευχαριστώ Ονειρομάγε! Σ’ευχαριστώ για όλα!
-Παρακαλώ μικρέ μου...νομίζω πως ήρθε πάλι η ώρα για έναν ήρεμο υπνάκο, τι λες; Αν κι εγώ πρέπει να φύγω, να μαζέψω μερικά κακόνειρα ακόμη, είπε χαμογελώντας κι ευθύς πήδηξε έξω από το παράθυρο, ξεκινώντας για το επόμενό του ταξίδι παρέα με τους δυο πιστούς του φίλους, τ’ ονειράμαξο και το ραβδί του.



-Γεια σου φίλε μου! Κι αν ποτέ με ξαναχρειαστείς αρκεί να με φωνάξεις! ακούστηκε η φωνή του Ονειρομάγου καθώς χανόταν μέσα στη νύχτα κι ο Κίμωνας στάθηκε να τον αποχαιρετά μέχρι που τα μάτια του, βαριά πια από τη νύστα, δεν μπορούσαν να τον ακολουθήσουν.
Λίγο αργότερα, η μαμά του μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας το ζεστό γάλα που του είχε υποσχεθεί. Σαν είδε όμως ότι ο Κίμωνας ήδη είχε αποκοιμηθεί, πλησίασε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε για να τον σκεπάσει και να του δώσει ένα ακόμη τρυφερό φιλί.
-Όνειρα...γλυκά, του ψιθύρισε.




Νέλλυ Νέζη