
()
"Αγάπη μου,
έτσι...έτσι όπως σε έλεγα πάντα θα σε πω και τώρα... Αγάπη μου, όταν αυτές οι λέξεις φτάσουν στα χέρια σου, μην απορήσεις. Να καθαρίσω τα μέσα μου γυρεύω. Μα μη βιαστείς να με κρίνεις. Μονάχα αυτό. Δεν ξέρω. Τι ζητά η ψυχή να γράψει, δεν το ξέρω. Μου ζήτησε να το κάνω κι εγώ υπάκουσα. Να μην αφήσω τίποτα με πρόσταξε αγριεμένη λίγο πριν ξεκινήσω. Αν κάτι, κρυμμένο πίσω από της καρδιάς τα τείχη παραμείνει, σαν ακίδα σε δάχτυλο θα καρφωθεί και θα πονέσει. Όσο μικρό κι αν είναι, θα τιμωρήσει. Σαν την ακίδα που τιμωρεί το χέρι που απλώνεται στο ξύλο. Όχι, όχι το δουλεμένο. Το απελέκητο. Εκείνο που μονάχα από άγρια ομορφιά ορίζεται, εκείνο που δεν ξέρει από σμιλεύματα και σχήματα. Εκείνο που καρδιοχτυπά για τη μοίρα που το περιμένει κι αφήνεται. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Είναι δύσκολο.
Αλλιώς το περίμενα. Εύκολο, χείμαρρο να ξεχύνεται. Μα κάτι κρατά τα κουτιά της ψυχής σφαλισμένα. Το κλειδί ψάχνω. Να ελευθερώσω τα βλέμματα που ικέτευσα, τα λόγια που δεν ακούστηκαν, τις αγκαλιές που δεν έκλεισαν, τα όνειρα που χάθηκαν.
Τα κρατούσες στα χέρια σου.
Δεν κράτησα τίποτα. Ούτε καν τη ζωή μου. Δική σου κι αυτή. Μα πες μου στ’ αλήθεια, πού τα φύλαξες; Πού τα είχες κρύψει όλα; Έψαξα! Έψαξα τόσο πολύ, φορές φορές με λύσσα! Μα χάθηκα κι εγώ μαζί τους. Βοήθησέ με. Σε παρακαλώ. Βοήθησέ με να ξεγυμνωθώ κι άσε με να σταθώ μπροστά σου. Δεν είναι όμορφη η γυμνή ψυχή; Δίχως πολύχρωμα υφάσματα, μονάχα με το άρωμα του πόνου ποτισμένο στο πετσί της, μοιάζει με φτηνή γυναίκα. Κρατά τα πόδια της ανοιχτά να ευχαριστήσει τον περαστικό έρωτα που πέρασε το κατώφλι της καμαράς της. Αφήνεται δίχως να τη νοιάζει η δική της ευχαρίστηση.
Πονάω.
Τυλίγομαι μονάχα με το πέπλο της αλήθειας και τον νιώθω. Ξανά αυτός. Αυτός ο τρισάθλιος ύπουλος πόνος που μου ξεσκίζει τα μέσα σε κάθε θύμηση. Σε κάθε μελωδία που ακούω , σε κάθε μέρος που πηγαίνω, σε κάθε κρεβάτι που ξαπλώνω. Σε κάθε λέξη που σου γράφω, σε κάθε παύση που ξεκουράζει τα αγκυλωμένα από την αμφιβολία δάχτυλα, σε κάθε ανάσα που παλεύει να βγει από τα στήθη μου, σε κάθε ανάμνηση που μου τραβά με το ζόρι το χέρι, να με σύρει στη φυλακή της. Σου εύχομαι να μην τον γνωρίσεις.
Δε σε μισώ.
Κι αν με τούτα τα λόγια σε στεναχωρώ, συγχώρα με . Είναι λόγια που ξεχύνονται την ώρα που ουρλιάζοντας, παλεύω με θάρρος να κλείσω τις πληγές που για μια ακόμη φορά γέμισαν με πύον. Μη με κρίνεις. Σου το είπα από την αρχή.
Είναι η δυστυχία που ώρες ώρες εξουσιάζει όλο μου το είναι. Όπως τότε, που άφησα τη ζωή μου να περιπλανιέται μόνη και φοβισμένη δίχως να την ψάξω. Όπως τότε που άφησα τα όνειρα να μου ξεφύγουν και να τρυπώσουν σε ψιλές χαραμάδες, κοροϊδεύοντάς με την ώρα που πάσχιζα με χέρια απλωμένα να τα φτάσω. Όπως τότε, που σε άφησα.
Για μια και μόνο στιγμή.
Αν...αν είχα αφήσει το κουβάρι να κυλήσει στο πάτωμα. Αν το είχα κοιτάξει να απομακρύνεται, να κυλάει και να ξετυλίγεται. Αν είχα παραδεχτεί την αλήθεια μας χρόνια πριν. Όλα, όλα θα ήταν διαφορετικά. Μα φοβήθηκα, το παραδέχομαι. Πώς να κοιτάξεις την αλήθεια, όταν είναι τόσο σκληρή; Όταν δεν την αντέχεις; Το κλώτσησα να χωθεί κάτω από το κρεβάτι κι έκλεισα τα μάτια. Δεν ήθελα. Ήθελα εσένα και μόνο. Εσένα που αγάπησα από την πρώτη στιγμή. Από το πρώτο φιλί που έκανε το κορμί μου να ριγήσει στα χέρια σου. Από την πρώτη φορά που γίναμε ένα και η ανάσα μου σε χίλια κομμάτια έσπασε. Ήθελα εσένα. Μονάχα αυτό μπορούσα να νιώσω, δεν έσφαλλε η καρδιά. Αφέθηκα στο όνειρο που γελούσε μαζί μου.
Έκλεισα τα μάτια περιμένοντας.
Και τώρα, τι; Τι απέμεινε; Οι ζωές που δεν βρίσκουν τον δρόμο που χάραξαν μόνες τους πριν πάρουν σάρκα και οστά, περιπλανιόνται σα χαμένα φαντάσματα. Μνήμες κενές και σταυροδρόμια που πρέπει να διαλέξουν. Κάθε ένα, πιθανός προορισμός. Μα κι αν λαθέψουν; Δεν υπάρχει καιρός, οι αποφάσεις πρέπει να παρθούν. Με αέρινα φουστάνια, τρέχουν , προσπερνώντας η μία την άλλη. Μόνο πού και πού, στέκονται για μια ανάσα, και κοιτάζονται. Πλησιάζουν κοντά, να μπλέξουν τα δάχτυλα και τα δάκρυά τους. Να αφουγκραστούν τους πόνους και τις χαρές. Να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.
Δε χάνεται η αγάπη.
Είναι αυτή. Αυτή που δένει τα φαντάσματα με τα μάγια της και ξαναγυρνούν. Σε τόπους που πέρασαν κι άφησαν τα σημάδια τους. Σε λέξεις που πέταξαν μακριά. Σε γράμματα που δε χωρούν σε φακέλους. Σε αποφάσεις γεμάτες από βαθιά λύπη. Σε ζωές που τρέχουν. Σε χρόνια που περνούν...είναι εκεί. Υπάρχει. Αποκαμωμένος αιχμάλωτος σε μάχες της καρδιάς. Μα αντέχει. Σφίγγει τα χείλη με πείσμα και δεν παραδίνεται. Παλεύει. Παλεύει να σώσει ό,τι της απέμεινε. Τρεχούμενο νερό γίνεται και κατρακυλά χωρίς σκοπό πια, δίχως φραγμούς και όρια. Γλύφει τις πληγωμένες ψυχές να μαλακώσει τον πόνο, βάλσαμο να γίνει. Κυλά...μουσκεύει, ζεσταίνει, χαϊδεύει, ξεπλένει. Κι όταν πια έχει τρυπώσει σ’ όλα τα κουτιά της ψυχής και περήφανη για το κατόρθωμά της γίνεται κυρίαρχός σου, μεταμορφώνεται σε θάλασσα και σε καλεί, στα βάθη της, να τα βουλιάξεις.
Τούτη την ώρα.
Ξεβράζει δίπλα μου την πιο όμορφη βάρκα του κόσμου και παίρνει μορφή. Πανέμορφη γυμνή γυναίκα με ασημένια ξέπλεκα μαλλιά, στολισμένα με γαλάζια λουλούδια. Μοσχοβολάει το άρωμά τους κι εκείνη μου χαμογελά γλυκά. Στα χέρια της κρατά το σχοινί της βάρκας μου και το τραβάει αργά αργά προς τα μέσα.
Σαν παρασυρμένος Οδυσσέας από την ομορφιά της Κίρκης, παραδίνομαι στην αγκαλιά της κι αφήνομαι τούτη την ώρα, την ώρα που εκείνη καθαρίζει επιτέλους τη ψυχή μου. Πετώ όλα τα κουτιά και κοιτώ τους κύκλους που απλώνονται τριγύρω, μεγαλώνοντας ολοένα και περισσότερο. Σα μικρό παιδί χαζεύω την απλότητα και τη δύναμη της.
Να καθαρίσω τα μέσα μου γύρεψα.
Σε αγαπώ.
Σε χαιρετώ για πάντα."






2 θαρραλέοι σχολίασαν:
No comment BUT,,,,,
nice to have been one of your attachments milady!!!!
Hello ...
Γεια σου Αλέξανδρε, σε ευχαριστώ :))
Post a Comment