Pages



Στο δικό μου μυαλό
τα πράγματα είναι απλά. Ένα κι ένα κάνουν δύο. Θα μου πεις, εγώ σκέφτομαι ακόμη σαν μικρό παιδί. Τυχερή, άτυχη, ευτυχής, δυστυχής, μόνο εγώ ξέρω πώς νιώθω σε έναν κόσμο γεμάτο από δολοπλοκίες, μυστικές συνωμοσίες και ψεύτικα λόγια που συνοδεύονται από εξίσου ψεύτικες αλληλο-φιλοφρονήσεις πασπαλισμένες με ζορισμένα χαμογέλα .

Στο δικό μου το μυαλό
τα πράγματα δεν είναι περίπλοκα. Δεν υπάρχουν στημένες ομορφιές, δεν υπάρχουν σχέσεις για το θεαθήναι, δεν υπάρχουν φτιαχτές ανάγκες που να ανταποκρίνονται σε πρότυπα που οι γύρω μου ποθούν διακαώς, δεν υπάρχουν λυκοφιλίες, δεν υπάρχουν λυκο-έρωτες. Δεν υπάρχουν "ναι μεν αλλά". Υπάρχει ή το "ναι" ή το "όχι".

Το δικό μου το μυαλό
δεν μπορεί να κατανοήσει τον αχταρμά. Τα θέλω απλά τα πράγματα. Όπως τα λες σε ένα παιδί για να σε καταλάβει. Όπως δεν μπορεί να κατανοήσει και την κακία. Ή το μίσος. Ή την εξαπάτηση. Ή την εκμετάλλευση.

Το δικό μου το μυαλό
δεν ισχυρίστηκα ποτέ ότι είναι το σωστό. Έτσι είναι όμως. Και δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ σε αυτόν τον κόσμο, γαμώτο. Ακόμη. Θα μου πεις "πάψε να σκέφτεσαι σαν μικρό παιδί" κι όλα θα φτιάξουν.

Μα στο δικό μου το μυαλό, όταν παραδίνεσαι, το παιχνίδι τελειώνει.




(Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από τα αποκαλυπτήρια των γλυπτών που αναπαριστούν τη συνάντηση του Μ.Αλεξάνδρου με τον Διογένη και που πραγματοποιήθηκε σήμερα το απόγευμα στην παραλία Καλάμια στην Κόρινθο.)


Σύντομο Ιστορικό της συνάντησης

Ο Διογένης είχε συλληφθεί αιχμάλωτος και κατάληξε στα δουλοπάζαρα στην Κόρινθο. Ο Ξενιάδης, πλούσιος, αριστοκράτης της εποχής, είδε τον Διογένη και θέλησε να τον αγοράσει. Συζήτησε με τον δουλέμπορο και ο δουλέμπορος πλησίασε τον Διογένη και του είπε: "Αυτός ενδιαφέρεται να σε αγοράσει, τι δουλειά ξέρεις να κάνεις να του πω;". Ο Διογένης με λογοπαίγνιο απαντά "Ανθρώπων Άρχων". Το λογοπαίγνιο αυτό, ενός δούλου άρεσε στον Ξενιάδη που χαμογέλασε και τον αγόρασε, αφού αντιλήφθηκε τις δύο έννοιες που με οξυδέρκεια έθεσε ο Διογένης: "Διοικώ τους ανθρώπους και διδάσκω στους ανθρώπους αρχές". Ο Ξενιάδης ανάθεσε στον Διογένη τη διδασκαλία των παιδιών του και έτσι ο Διογένης έμεινε στο Κράθειον, ένα προάστιο της Κορίνθου.

Ο Μέγας Αλέξανδρος είχε ένα εκπαιδευτή, τον Λεωνίδα, που ήταν μυημένος στην κυνική φιλοσοφία. Γνώστης της κυνικής φιλοσοφίας ο Αλέξανδρος γνώριζε για τον Διογένη, για τα διδάγματά του, το ύφος και το πνεύμα του. Όταν ο Αλέξανδρος ήταν στην Κόρινθο, ήθελε να τον γνωρίσει και έστειλε ένα υπασπιστή του να βρει τον Διογένη και να του τον παρουσιάσει. Αφού ο υπασπιστής τον εντόπισε, του είπε: "Σε ζητεί ο Βασιλεύς Αλέξανδρος να σε δει". Ο Διογένης απάντησε "Εγώ δεν θέλω να τον δω. Εάν θέλει αυτός ας έρθει να με δει". Πράγματι, ο Αλέξανδρος πήγε να δει τον Διογένη.

Η συνάντηση

Ο Μέγας Αλέξανδρος επισκέπτεται το Διογένη

Ο Αλέξανδρος πλησιάζει το φιλόσοφο και του λέει: "Είμαι ο Βασιλεύς Αλέξανδρος". Ο Διογένης ατάραχος απαντά "Και 'γώ είμαι ο Διογένης ο Κύων". Ο Μέγας Αλέξανδρος απορεί και τον ρωτάει: "Δε με φοβάσαι;" Ο Διογένης απαντάει: "Και τι είσαι; Καλό ή κακό;". Ο Αλέξανδρος μένει σκεπτικός. Δεν μπορεί ένας βασιλιάς να πει ότι είναι κακό, και άμα είναι καλό, γιατί κάποιος να φοβάται το καλό; Αντί να απαντήσει ο Αλέξανδρος τον ερωτά εκ νέου: "Τι χάρη θες να σου κάνω;" Και ο Διογένης ξανά με λογοπαίγνιο απαντά: "Αποσκότισόν με". Βγάλε με δηλαδή από το σκότος, τη λήθη, και δείξε μου την αλήθεια. Με το έξυπνο λογοπαίγνιο του Διογένη, η απάντηση του μπορεί και να εννοηθεί έως: "Σταμάτα να μου κρύβεις τον ήλιο", καθώς οι κυνικοί πίστευαν πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται στη λιτότητα, στη ζεστασιά του ήλιου και δεν ζητεί τίποτα από τα υλικά πλούτη. Μόλις το άκουσε αυτό ο Αλέξανδρος είπε το περίφημο: "Εάν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήθελα να ήμουν Διογένης".

Ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Διογένης είχαν μια μακρά συζήτηση με μεγάλη σημασία που σώθηκε από τον Δίονα τον Πλουσαραίο. Σε αυτή ο Διογένης εξηγεί στον Αλέξανδρο πότε ένας βασιλέας είναι ωφέλιμος. Ο Διογένης αποδίδει την ωφελιμότητα ενός βασιλιά στο Εάν είναι ωφέλιμος στο λαό. Για να δώσει ένταση σε αυτόν τον ισχυρισμό του λέει: "Εάν κατακτήσεις όλη την Ευρώπη και δεν ωφελήσεις τον λαό, τότε δεν είσαι ωφέλιμος. Εάν κατακτήσεις όλη την Αφρική και την Ασία και δεν ωφελήσεις τον λαό, πάλι δεν είσαι ωφέλιμος. Ακόμα και εάν περάσεις τις στήλες του Ηρακλέους και διανύσεις όλο τον ωκεανό και κατακτήσεις αυτή την ήπειρο που είναι μεγαλύτερη της Ασίας και δεν ωφελήσεις τον λαό, πάλι δεν είσαι ωφέλιμος γιατί δεν ωφελείς το σύνολο".

(πηγή)

(περισσότερες πληροφορίες για τα γλυπτική σύνθεση των δυο αγαλμάτων εδώ )










































Με αιχμαλώτισε μια φωνή, ίσως όχι τέλεια, αλλά γεμάτη ψυχή. Ξεχωριστή.
Το λάτρεψα.




Πάντα αναρωτιόμουν γιατί η λαγνεία θεωρείται αμάρτημα, και μάλιστα θανάσιμο. Μου προκαλούσε ανέκαθεν εντύπωση το γεγονός ότι κάτι τόσο διασκεδαστικό και συνάμα όμορφο, κάτι που αγγίζει τα όρια της τέχνης, το "κλείδωσαν" κακήν κακώς σε μια λίστα με άλλα έξι αμαρτήματα που επίσης δυσκολευόμουν και δυσκολεύομαι να κατανόησω τα κριτήρια επιλογής τους.



Όσο για την ερμηνεία της λέξης, οι ορισμοί των λεξικών, που τη συνδέουν με την ακόρεστη σεξουαλική επιθυμία και τις σαρκικές απολαύσεις, μου αφήνουν την αίσθηση ενός τεράστιου κενού ανάμεσα στις λέξεις και το συναρπαστικό τελετουργικό που σε οδηγεί στην αιχμαλωσία του θύματός σου. Η λαγνεία είναι πάνω απ' όλα παιχνίδι του νου και της ψυχής.

Ερωτικό κάλεσμα, τέχνη αποπλάνησης, μικρές -πολλές φορές ανεπαίσθητες- κινήσεις που οδηγούν το θύμα σου παγιδευμένο στον ιστό της σαγήνης σου ενώ την ίδια στιγμή κι εσύ παραδίνεσαι ή... εξαφανίζεσαι.
Οι κανόνες του παιχνιδιού,είναι δικοί σου.




"Ήταν μια αξιομνημόνευτη μέρα για μένα, γιατί προκάλεσε μέσα μου μεγάλες αλλαγές. Όμως το ίδιο συμβαίνει με ολόκληρη τη ζωή. Φανταστείτε μια επιλεγμένη μέρα, αποσπασμένη από τις υπόλοιπες, και σκεφτείτε πόσο διαφορετική θα ήταν χωρίς αυτήν η πορεία της ζωής σας. Εσείς που διαβάζετε όλα αυτά, σταματήστε μια στιγμή και σκεφτείτε τη μακριά αλυσίδα από σίδερο ή χρυσάφι, από αγκάθια ή λουλούδια, που δε θα σας είχε ποτέ δέσει αν δεν είχε σχηματιστεί ο πρώτος κρίκος, κάποια αξιομνημόνευτη μέρα."

Απόσπασμα από το βιβλίο "Μεγάλες προσδοκίες" του Τσαρλς Ντίκενς. (Great expectations , Charles Dickens)





-Μισό λεπτό! του φώναξε λίγο πριν κλείσει πίσω του για πάντα, τη λευκή πόρτα. Έμοιαζε στ' αλήθεια πολύ βαριά με τα τεράστια σιδερένια κάγκελα που καμπύλωναν συμμετρικά, όμοια με το καμπύλωμα των πετάλων του λουλουδιού που απολαμβάνουν τον πυρωμένο ήλιο. Στην πραγματικότητα, ήταν τόσο ελαφριά όσο ένα πούπουλο. Όπως ήταν το καθετί γύρω του. Όπως ήταν κι ο ίδιος.
Ξεχάσατε το βιβλίο σας!
-Το βιβλίο μου;
-Ναι, ναι, το βιβλίο σας. Δε σας μίλησαν για αυτό;
-Όχι...ποιος;
-Δεν έχει σημασία. Πάρτε το, είναι δικό σας τώρα.
Με μια γρήγορη κίνηση -ίσως κι αστραπιαία, ο χρόνος λειτουργούσε διαφορετικά, δε μπορούσε να τον ελέγξει, δεν τον ένοιαζε κιόλας- πήρε το βιβλίο από τα χέρια του ανθρώπου που του μιλούσε και το ξεφύλλισε μηχανικά. Ποιος να ήταν άραγε; Ούτε κι αυτό τον ένοιαζε.
-Μα αυτό είναι άδειο. Δε γράφει τίποτα.
-Ναι, αυτός είναι ο σκοπός του. Να γραφτεί από εσάς. Από εδώ και στο εξής.
-Από εμένα; Μα τι λέτε; Εγώ δεν υπήρξα ποτέ συγγραφέας κύριε...κύριε...
-Δεν είμαι κύριος.
-Συγνώμη; Μα τι εννοείτε. Πώς είστε "κυρία" ;
-Όχι. Ούτε.
-Ε και τότε τι είστε;
-Ύπαρξη...όπως κι εσείς.
Α δεν του τα έλεγε καλά αυτός ο περίεργος Καθόλου καλά. Δεν του φτανε ο καημός του με το στραπάτσο που φαγε! Ποιος την άκουγε τώρα τη Μαρία. Ποιος πλήρωνε τις ζημιές στο αυτοκίνητο. Ποιος εκείνο ποιος το άλλο...τόσα είχε στο νου, κι είχε κι εκείνον τώρα να του λέει πώς είναι ύπαρξη! Δεν έβγαινε άκρη.
-Ακούστε κύριε "ύπαρξη". Δεν έχω χρόνο για παιχνίδια. Για την ακρίβεια θα έπρεπε να είμαι στο σπίτι μου από χτες! Έχω ήδη καθυστερήσει πολύ κι έχω να προλάβω τα γενέθλια του μικρού μου γιου. Μπορείτε να γίνετε πιο σαφής; Πολύ σαφής αν δυνατόν! Τι ακριβώς πρέπει να γράψω; Εγώ είμαι προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών, δεν είμαι συγγραφέας σας ξαναλέω.
-Δε σας ρώτησα τι επαγγέλεστε. Ό,τι κι αν ήσασταν, αυτό το βιβλίο θα το γράφατε. Αλλάζετε σημείο ζωής. Μόλις ολοκληρώσατε και παραδώσατε το πρώτο σας, δεν το γνωρίζατε; Είναι ώρα να συμπληρώσετε το δεύτερο. Κάθε μέρα σας θα είναι και μία σελίδα του.
-Εγώ παρέδωσα το πρώτο μου βιβλίο; Καλό κι αυτό! Και πώς έγινε αυτό; Και το κυριότερο "πότε";
-Με την άφιξη σας εδώ.
-Πού "εδώ"; Πού είμαστε;
-Παντού και πουθενά. Στο χάος.
-Παίζετε με τα νεύρα μου και δεν το βρίσκω καθόλου αστείο. Το βρίσκω άκρως ενοχλητικό.
-Οχι, σας διαβεβαιώ. Το μόνο που κάνω είναι να σας ενημερώνω για τη συνέχεια της ζωής σας.
-Μάλιστα. Καλώς. Ευχαριστώ. Γεια σας!
-Μη θυμώνετε. Κάποτε θα είστε ευγνώμων για την ευκαιρία που σας δίνεται αυτή τη στιγμή. Όπως και να χει, μην ξεχάσετε το βιβλίο.





Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα σπίτι, κάπου μακριά, λίγες ώρες προτού η νύχτα παραδώσει το βασιλικό της σκήπτρο στη διάδοχο της, την ημέρα, που περίμενε καρτερικά στολισμένη με ηλιόπλεχτο στεφάνι στα μαλλιά της, ακούστηκε δυνατά το κλάμα ενός μικρού παιδιού. Κι ήταν τόσο δυνατό που εκτοξεύθηκε στον αέρα σαν καλά προγραμματισμένος πύραυλος και περνώντας με τρομερή ταχύτητα πάνω από ολόκληρες πολιτείες και χώρες, έφτασε και στ’ αυτιά του ξακουστού Ονειρομάγου!



Ο Ονειρομάγος, ένας καλοκάγαθος γέρος, λίγο αστείος με τα τεράστια αυτιά του και με το αστεροκεντημένο του σκουφί και τη φουντίτσα του που κάθε τρεις και λίγο γλιστρούσε μπροστά στα μάτια του, έμενε στ’ αλήθεια πολύ μακριά. Και πολύ ψηλά! Σε ένα μεγάλο συννεφένιο κάστρο, σαν αυτά που δεν συναντάς πουθενά αλλού παρά μόνο στα παραμύθια. Οι τοίχοι, οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν όλα φτιαγμένα από βαμβακωτά σύννεφα. Ακόμη και η σκεπή! Σου έδινε την εντύπωση, πως αν το φυσούσες δυνατά, αμέσως θα διαλυόταν. Μα δεν ήταν καθόλου έτσι.


Τα συννεφάκια που κοντά κοντά είχαν αγκαλιαστεί για να το φτιάξουν, ήταν κι αυτά μαγικά! Κανείς δεν μπορούσε να τα πλησιάσει, μα κι αν κάποιος το κατάφερνε, πάλι δεν μπορούσε να περάσει μέσα στο κάστρο καθώς εκείνα, μόλις καταλάβαιναν τους κακούς σκοπούς του, άλλαζαν στη στιγμή θέση,
ανέβαινε το ένα πάνω στο άλλο κι ευθύς μεταμορφώνονταν στο πιο δυνατό και τρομερό σύννεφο του κόσμου και του ουρανού, που όμοιό του δεν υπήρχε!
Νυσταγμένος λοιπόν όπως ήταν ο Ονειρομάγος, πετάχτηκε από το κρεβάτι του , τράβηξε πίσω τη φουντίτσα από το σκουφί του που πάλι είχε όρεξη για παιχνίδια, και τέντωσε τ’ αυτιά του να μεγαλώσουν κι άλλο, να ακούσει καλύτερα. Να καταλάβει ποιανού παιδιού ήταν το κλάμα που άκουγε και να τρέξει να το βοηθήσει. Αυτή ήταν η δουλειά του εξάλλου. Να παγιδεύει μέσα σε ένα μεγάλο τσουβάλι, τα κακά όνειρα που λίγο πριν είχαν παγιδέψει κι εκείνα κάποιο καημένο παιδάκι, την ώρα που κοιμόταν. Κι αφού τα έσπρωχνε με τη βοήθεια του μαγικού του ραβδιού να μπουν στο τσουβάλι του με το ζόρι, τα πήγαινε στο κάστρο του και τα κλειδαμπάρωνε στο υπόγειο. Έτσι εκείνα, έμεναν για πάντα εκεί και δεν πήγαιναν ξανά να τρομάξουν κανέναν.



Φόρεσε όπως όπως τα ρούχα του, κλείδωσε τη συννεφένια πόρτα και μπήκε τρέχοντας στ’ ονειράμαξό του. Περίεργο που ήταν! Δεν είχε ούτε ρόδες, ούτε τιμόνι. Μονάχα δυο μεγάλα κάτασπρα πουπουλένια φτερά και στη θέση του τιμονιού έναν μεγάλο ηλεκτρονικό πίνακα, που μέσα εκεί χωρούσε ένας τεράστιος κατάλογος με τα ονόματα όλων των παιδιών του κόσμου!



Ο Ονειρομάγος τα γνώριζε από τη στιγμή που γεννιόντουσαν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήξερε και πού μένουν και το κλάμα τους να ξεχωρίζει...τι μάγος θα ήταν αλλιώς; Κάθε μέρα, μόλις άκουγε το πρώτο κλάμα ενός μωρού που ερχόταν στο κόσμο, έτρεχε και πληκτρολογούσε το όνομα του στον ηλεκτρονικό πίνακα του ονειράμαξού του, τη διεύθυνση του σπιτιού του , μα και κάτι ιδιαίτερο για το ξεχωριστό κλάμα που είχε κάθε παιδί : «τσιριχτό»...«βουβό»...«φωνακλάδικο»...«παραπονιάρικο»... Και τα βράδια, ίσα που κατάφερνε κι αυτός να βυθιστεί στην αγκαλιά
του ύπνου και να ξεκλέψει λίγα λεπτά ξεκούρασης.
Δεν ήταν εύκολη η δουλειά του. Αλλά, η αγάπη του για τα μικρά παιδιά, τον έκανε να ξεχνάει κάθε κούραση και να έχει πάντα στο μυαλό του, πώς να τα βλέπει να κοιμούνται ήρεμα κι ευτυχισμένα.



-Φύγαμε ονειραμαξάκι μου! είπε δυνατά και πάτησε με το παχουλούτσικο δάχτυλό του το όνομα του φίλου του, του Κίμωνα

Αμέσως ο πίνακας φωτίστηκε, έβγαλε τη διεύθυνση του σπιτιού του μικρού και το ονειράμαξο ξεκίνησε μοναχό του να φτάσει στον προορισμό του όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ο καημένος ο Κίμωνας δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει. Τόσο πολύ τον είχε ταράξει το κακό όνειρο που είχε δει. Κουκουλωμένος ως απάνω με το πάπλωμά του, έτρεμε στην ιδέα ότι εκείνο, το κακό όνειρο, είχε κρυφτεί μαζί με τον κακάσχημο γίγαντα που τον κυνηγούσε, στο δώματιό του. Τι κι αν η μαμά του προσπαθούσε να τον πείσει ότι τα κακά όνειρα είναι μόνο όνειρα. Τι κι αν του λεγε και του ξανάλεγε ότι κανείς δεν μπορούσε να τον πειράξει, για να τον πείσει να ρίξει μια ματιά τριγύρω του, να δει μόνος του ότι κανείς και τίποτα δεν υπήρχε δίπλα ή κάτω από το κρεβάτι του, ή ακόμη και μέσα στην ντουλάπα .Εκείνος συνέχιζε να κλαίει σιωπηλά πια και να κρατά σφιχτά τα σκεπάσματα πάνω από το κεφάλι του.
-Πάω να σου φτιάξω ένα ζεστό γάλα, νομίζω θα σε βοηθήσει να κοιμηθείς ξανά του είπε η μαμά του στο τέλος τρυφερά, χαϊδεύοντας το κεφαλάκι του απαλά πάνω από το πάπλωμα, αφού είδε κι απόειδε με το πείσμα του γιου της.



Μα πώς νόμιζε ότι ήταν τόσο εύκολο να ξεχάσει όσα είδε; Πώς να ξεχάσει τον τρομερό γίγαντα που εμφανίστηκε από το πουθενά την ώρα που εκείνος, έκανε τη βόλτα του με το ποδήλατό του και λίγο έλειψε να τον κάνει μια μπουκιά; Ήταν τη στιγμή που στάθηκε για δυο λεπτά, να ρίξει λίγο νέρο στο ιδρωμένο πρόσωπό του και να ξεδιψάσει τα χείλη του. Τότε...τότε ένιωσε τη γη να σείεται κάτω από τα πόδια του, και πριν προλάβει καλά καλά ν’αναρωτηθεί τι συμβαίνει, νασου ξεπετάχτηκε μέσα από τη σχάρα του υπόνομου στην άκρη του δρόμου ένα πελώριο χέρι, λίγα μόλις μέτρα πιο μακριά από το ποδήλατό του. Και δεν ήταν, παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα, όταν ξεπετάχτηκε κι ένα άλλο χέρι μέσα...από τη μέση του δρόμου αυτή τη φορά, σπάζοντάς τον σα γυαλί



και τραβώντας όλα τα αυτοκίνητα μαζί με τους δύσμοιρους οδηγούς τους, που έτυχε να περνούν από εκεί , κάτω από τη γη! Μόνο που δεν τους κατάπιε η γη...τους κατάπιε ο γίγαντας! Και πριν προλάβει και ο Κίμωνας να ξεροκαταπιεί από την τρόμαρα του για όσα έβλεπε, φάνηκε και το τρομερό κεφάλι του αποκρουστικά άσχημου γίγαντα, που είχε για μαλλιά τρεις λιγδιασμένες κατσαρές τρίχες σα μακαρόνια βίδες, και δυο κατακόκκινα από την οργή μάτια που δεν μοιάζαν καθόλου με παλάτια! Ο Κίμωνας κόντευε να λιποθυμήσει από τον φόβο του την ώρα που τον κοιτούσε μαρμαρωμένος να σκαρφαλώνει μέσα από τις τρύπες που άνοιξε στη γη. Η βροντερή φωνή του κόντεψε να του τρυπήσει τα αυτιά.



-Βαρέθηκα όλους εσάς που μου χαλάτε την ησυχία μου με τα πέρα δώθε σας! Αρκετά! Είμαι ο άρχοντας των υπονόμων κι ήρθε η ώρα να φάω μερικούς μερικούς! Δε σας αντέχω άλλο! Ούτε εσάς ούτε τις ρόδες σας! ούρλιαξε και ξερογλύφτηκε περνώντας τη διχαλωτή του γλώσσα, που ήταν όμοια με του φιδιού, δυο τρεις φορές πάνω από τα χείλη του, ενώ χάιδευε την απαίσια χοντρή κοιλιά του που απ’ ό,τι φαινόταν...ήθελε πολλούς ακόμη για να χορτάσει.
Ο Κίμωνας άρχισε να τρέχει βαρώντας τα πετάλια όλο και πιο γρήγορα , μπας και του γλιτώσει, αλλά μια πέτρα στάθηκε αρκετή για να προδώσει και εκείνον και τη σαραβαλιασμένη πια ρόδα του ποδηλάτου του.



Τη στιγμή ακριβώς που σωριασμένος ένιωσε τα βρωμερά χέρια του γίγαντα, με τα μαύρα από τη γλίτσα νύχια και τη μυρωδιά του υπονόμου ποτισμένη στο ροζιασμένο δέρμα τους, να τον γραπώνουν δυνατά...το κακόμοιρο παιδί πετάχτηκε ουρλιάζοντας από την τρομάρα, μέσα στη νύχτα

-Ήρθα καλέ μου Κίμωνα! Μη φοβάσαι πια, έλα,έλα...ξεσκεπάσου...ακούστηκε η ψιθυριστή φωνή του Ονειρομάγου που τώρα προσπαθούσε κι εκείνος με τη σειρά του να τον πείσει να πετάξει από πάνω του τα σκεπάσματα που τόση ώρα είχε γραπωμένα.
Ο Κίμωνας πρέπει να σταμάτησε και να αναπνέει για λίγο, στην προσπάθειά του να καταλάβει ποιος του μιλούσε.
-Έλα σου λέω, ξεσκεπάσου! Δε θέλεις να δεις το απαίσιο όνειρο που σε τρόμαξε να μπαίνει σα βρεγμένο γατί μέσα στο τσουβάλι μου;
Τα τελευταία λόγια του Ονειρομάγου φαίνεται ότι κατάφεραν να κάνουν τον Κίμωνα να τον εμπιστευτεί, καθώς εκείνος, ξεσκεπάστηκε δειλά δειλά στην αρχή κι ύστερα με ένα σάλτο γεμάτο ανυπομονησία πετάχτηκε όρθιος στο κρεβάτι του.
-Μα...μα ποιος είσαι; τον ρώτησε γεμάτος απορία
-Ναι, βέβαια έχεις δίκιο καλό μου παιδί να ρωτάς. Δε συστηθήκαμε. Είμαι ο Ονειρομάγος! Δηλαδή...το κανονικό μου όνομα δεν είναι αυτό. Το κανονικό μου είναι «Κακονειροεξολοθρευτής» αλλά επειδή για κανέναν δεν ήταν εύκολο να το πει, όλοι με φώναζαν «Ονειρομάγο», κατάλαβες;
-Όχι, ψέλισσε ο Κίμωνας που είχε απομείνει με το στόμα ανοιχτό να κοιτάζει πότε τον Ονειρομάγο και πότε το ονειράμαξό του που ήταν παρκαρισμένο ακριβώς έξω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς του.
-Καλά δεν πειράζει, θα τα πούμε άλλη φορά αυτά. Ας μη χάνουμε καιρό, είσαι έτοιμος να παγιδέψουμε τον σιχαμερό γίγαντα;
Το παιδί αποσβολωμένο, κούνησε το κεφάλι του πάνω κάτω κι ο Ονειρομάγος ανέλαβε δράση



Τράβηξε από τη μέση του το μαγικό του ραβδί, το σβούριξε δυο τρεις φορές δυνατά στον αέρα κι όταν εκείνο άρχισε να λαμπυρίζει και να αφήνει στο πέρασμά του σειρές από μικροσκοπικά αστεράκια, είπε:

-Μαγικούλι μου ραβδί
σώσε το μικρό παιδί
τ’όνειρο βάλε στο σακί
και ευθύς ας ξεχαστεί!

Τότε μεμιάς, το μαγικό ραβδί έφυγε από τα χέρια του Ονειρομάγου κι άρχισε να πετάει μόνο του μέσα στο δωμάτιο πότε εδώ και πότε εκεί! Τα μάτια του Κίμωνα κόντευαν να πεταχτούν έξω καθώς δεν μπορούσε να πιστέψει όσα έβλεπε.



Το ραβδάκι συνέχιζε να κάνει κύκλους μέσα στο δώματιό του, πότε να ανεβαίνει και πότε να κατεβαίνει, να χώνεται κάτω από το κρεβάτι και το κομοδίνο και ξανά να παίρνει φόρα και να φτάνει στο ταβάνι! Ώσπου μια στιγμή...σταμάτησε απότομα πάνω από το καλοριφέρ στη γωνία. Όλα τα μικροσκοπικά αστεράκια που το συντρόφευαν τόση ώρα σε κάθε του κίνηση, μαζεύτηκαν χοροπηδώντας από τη χαρά τους πίσω από το καλοριφέρ ενώ αμέσως μετά το ραβδί, με μια απότομη κίνηση, πέταξε ξανά ψηλά σούρνωντας ξοπίσω του το κακό όνειρο που πάλευε απεγνωσμένα να ξεφύγει. Κρατώντας περήφανα το λάφυρό του, συνέχισε καμαρωτό καμαρωτό τις βόλτες του στον αέρα, περιμένοντας την τελευταία διαταγή του Ονειρομάγου για να προσγειωθεί. Τα αγριεμένα ουρλιαχτά του γίγαντα που σαν πούπουλο κι εκείνος πετούσε τώρα ψηλά κι απειλούσε ότι θα τους κάνει όλους μια χαψιά, όχι μόνο δε φόβησαν κανέναν αυτή τη φορά, αλλά έκαναν και τον Κίμωνα και τον Ονειρομάγο και τα αστεράκια να βάλουν τα γέλια καθώς στ’ αλήθεια τώρα πια δεν έμοιαζε καθόλου τεράστιος και τρομερός!


-Καλό μου ραβδί
σπρώξ’τον στο σακί
γρήγορα να μπει
σα βρεγμένο γατί!

πρόσταξε το ραβδάκι, μη μπορώντας να κρατήσει για μια ακόμη φορά τα γέλια του ο Ονειρομάγος κι άνοιξε το σακί του διάπλατα !
-Αυτό ήταν! Τσουβαλιάστηκε μια για πάντα! φώναξε ενθουσιασμένος στο μικρό παιδί που έτρεξε να τον αγκαλιάσει σφιχτά, μην ξέροντας πώς να τον ευχαριστήσει.
-Σ’ευχαριστώ Ονειρομάγε! Σ’ευχαριστώ για όλα!
-Παρακαλώ μικρέ μου...νομίζω πως ήρθε πάλι η ώρα για έναν ήρεμο υπνάκο, τι λες; Αν κι εγώ πρέπει να φύγω, να μαζέψω μερικά κακόνειρα ακόμη, είπε χαμογελώντας κι ευθύς πήδηξε έξω από το παράθυρο, ξεκινώντας για το επόμενό του ταξίδι παρέα με τους δυο πιστούς του φίλους, τ’ ονειράμαξο και το ραβδί του.



-Γεια σου φίλε μου! Κι αν ποτέ με ξαναχρειαστείς αρκεί να με φωνάξεις! ακούστηκε η φωνή του Ονειρομάγου καθώς χανόταν μέσα στη νύχτα κι ο Κίμωνας στάθηκε να τον αποχαιρετά μέχρι που τα μάτια του, βαριά πια από τη νύστα, δεν μπορούσαν να τον ακολουθήσουν.
Λίγο αργότερα, η μαμά του μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας το ζεστό γάλα που του είχε υποσχεθεί. Σαν είδε όμως ότι ο Κίμωνας ήδη είχε αποκοιμηθεί, πλησίασε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε για να τον σκεπάσει και να του δώσει ένα ακόμη τρυφερό φιλί.
-Όνειρα...γλυκά, του ψιθύρισε.




Νέλλυ Νέζη