Wednesday, December 23, 2009

Ο Νέστορας κι ο διψασμένος δράκος.

Μια φορά κι έναν καιρό  ,σε ένα σπιτάκι ξύλινο και φτωχικό καταμεσής του δάσους, γεννήθηκε ένα όμορφο αγοράκι. Λίγες ώρες αφότου το μωρό είχε έρθει στη ζωή, δύο κοπέλες , όμορφες σαν χρυσοστόλιστες  νεράιδες,  πήγαν να το ασημώσουν . Στάθηκαν δίπλα στην κούνια του, άφησαν το δώρο τους  και του ευχήθηκαν όταν θα μεγαλώσει να γίνει ο πιο θαρραλέος κι ο πιο έξυπνος από όλους. 








- Να πάρεις το θάρρος του και την εξυπνάδα  του Ηρακλή!  του ψιθύρισε η μία προσέχοντας να μην το ξυπνήσει.  

- Αυτή να είναι η δύναμή σου. Η τόλμη σου και το μυαλό σου !  είπε λίγο πιο δυνατά η άλλη .

 Ήταν οι νονές του,  που περίμεναν πώς και πώς τον ερχομό του και  πήγαν να τον καλουποδεχτούν.   Ήθελαν να του χαρίσουν  τις πιο γλυκές ευχές τους. Τον βάφτισαν Νέστορα.  Και πραγματικά , όσο περνούσαν τα χρόνια κι ο Νέστορας μεγάλωνε, τόσο πιο ατρόμητος κι έξυπνος γινόταν. 


Του άρεσε πολύ να ταξιδεύει . Να γυρνά τις πολιτείες και τα χωριά και να βοηθά , όποιον τον έχει ανάγκη. Έβρισκε πάντα τον τρόπο να ξεγελά και να παγιδεύει ακόμα και τους πιο άγριους  ληστές.  Αλλά και τους πιο πονηρούς  κακοποιούς!   Τα έβαζε μέχρι και με τους  θυμωμένους αέρηδες,  τις πλημμύρες και τις φωτιές . Δεν δίσταζε ούτε στιγμή να βουτήξει σε ένα φουσκωμένο ποτάμι για να σώσει κάποιον άτυχο που είχε πέσει στα νερά του. Αλλά κι άμα έβλεπε  ένα μικρό πουλάκι να  κινδυνεύει  να καεί σε πυρκαγιά, περνούσε μέσα από τις φλόγες για να το σώσει. Για όλα αυτά που έκανε,  οι άνθρωποι τον αγαπούσαν πολύ και το όνομά του είχε αρχίσει να γίνεται ξακουστό.


Όταν κάποτε ξεκουραζόταν στην όχθη ενός ποταμού, άκουσε βήματα να τον πλησιάζουν.  Γρήγορα ποδοβολητά, να τρέχουν προς το μέρος του. Μέχρι να σηκωθεί να δει τι γίνεται, δύο αναψοκοκκινισμένοι  άνδρες τον έφτασαν. 


-Είσαι ο Νέστορας; Τον ρώτησαν λαχανιασμένοι.

-Ναι. Εσείς ποιοι είστε; Τι γυρεύετε; 
-Εσένα γυρεύουμε αφέντη μας. Εσένα. Μάθαμε πως βρίσκεσαι εδώ  και τρέξαμε να σε βρούμε. 
-Μα τι συμβαίνει; Πώς μπορώ να σας βοηθήσω; 
-Ερχόμαστε από ένα πολύ μακρινό χωριό άρχοντά μου. Δυο μέρες τρέχουμε συνέχεια για να σε προλάβουμε.  Πρέπει να μας βοηθήσεις. Κινδυνεύουμε!  Όλοι μας!  Κινδυνεύουμε από τον τρομερό δράκο που ζει στη σπηλιά του χωριού μας! 
-Δράκος; Απόρησε ο Νέστορας. Και τι ζητάει; Τι σας έκανε; 

Οι δύο άντρες ξεκίνησαν να του λένε για το κακό που τους είχε βρει. Στο χωριό τους ζούσε ένας δράκος , τρομερός και φοβερός. Πύρινες φλόγες , έκαιγαν ασταμάτητα μέσα του. Η φωτιά που έβγαινε ορμητικά από το στόμα του, ήταν το όπλο του ενάντια σε όλους τους εχθρούς του. Δεν μπορούσε όμως να αντέξει την ανυπόφορη ζέστη που του προκαλούσε και για αυτό ήθελε συνέχεια να πίνει νερό. Κάθε λίγο και λιγάκι. Δεν μπορούσε να ξεδιψάσει με τίποτα! 


Ρούφηξε τη θάλασσα όλη, τα ποτάμια, τις λίμνες, τα ρυάκια όλα ....Οι βρύσες στέρεψαν και οι άνθρωποι δεν ήξεραν πια τι να κάνουν. Βρίσκονταν σε απόγνωση! Δεν είχαν νερό να ποτίσουν τα χωράφια τους, οι καρποί ξεράθηκαν, άρχισαν να πεινούν , να βρωμίζουν, να διψούν...







-Διψάω, έλεγε ο ένας


-Πεινάω έλεγε ο άλλος


-Είμαι τόσο βρώμικος που με κυνηγούν οι μύγες όλες.....έκανε θυμωμένος  ένας τρίτος


-Ζεσταίνομαι και δεν έχω νεράκι να δροσιστώ, παραπονιόταν ένας άλλος......


Μάταια άνοιγαν τις βρύσες για να τρέξει μια στάλα. Κι όταν έφτασε το καλοκαίρι κι  έτρεξαν εκεί που κάποτε βρισκόταν η θάλασσα για να δροσιστούν, στη θέση της βρήκαν μια απέραντη έρημο. 
Ο δράκος συνέχιζε να ρουφάει όλο το νερό και να μη νοιάζεται καθόλου για τους χωρικούς που τους έβλεπε να υποφέρουν.  Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Αποφάσισαν λοιπόν να στείλουν τους πιο γρήγορους του χωριού να βρουν τον Νέστορα. Έτσι κι έκαναν.
Ο Νέστορας , τόση ώρα τους άκουγε προσεχτικά. Δεν μίλησε καθόλου. Μόνο άκουγε και σκεφτόταν σιωπηλός. 


-Πρέπει να κάνουμε κάτι για να μπορέσουμε να πάρουμε πίσω όλο το νερό που μας έχει στερήσει ο δράκος .Θα μας βοηθήσεις αφέντη; Τον ρώτησε ο πρώτος.
-Ναι, ναι! Να  τον κάνουμε να καταλάβει πόσο άσχημο είναι να αδιαφορεί για τους άλλους! Θα μας πεις τι να κάνουμε; Τον ρώτησε κι ο δεύτερος γεμάτος αγωνία.
-Μην ανησυχείτε. Μαζί θα πάμε στο χωριό σας και θα βρούμε τη λύση, είπε με θάρρος ο Νέστορας  κι οι δύο άντρες χαμογέλασαν με ευγνωμοσύνη.
Έτσι, όλοι μαζί πήραν τον δρόμο για το άτυχο χωριουδάκι.
Όταν έφτασαν, οι χωρικοί τον υποδέχτηκαν σαν ήρωα. Απελπισμένοι έπεσαν πάνω του και τον παρακαλούσαν κλαίγοντας να τους βοηθήσει.
Ο Νέστορας , κάλεσε όλους τους κατοίκους να κάτσουν κοντά του και να του πουν όλα όσα γνώριζαν για τον περιβόητο δράκο.  Δυο μερόνυχτα κουβέντιαζαν συνέχεια κι  έμειναν ξάγρυπνοι . Τελικά  το πολυμήχανο μυαλό του Νέστορα σκέφτηκε ένα  πολύ έξυπνο σχέδιο που θα τους βοηθούσε να απαλλαγούν από τον κακό δράκο.  Όταν το άκουσαν οι χωρικοί,  όλοι φώναξαν με ενθουσιασμό


 -Ζήτωωω! Ζήτωωω! Επιτέλους....Θα δώσουμε ένα καλό μάθημα σε αυτόν τον παλιοδράκο!
Περίμεναν να ξημερώσει και αμέσως έβαλαν το σχέδιο  σε εφαρμογή ! Όλοι έκαναν ό,τι ακριβώς τους είχε ζητήσει ο αρχηγός τους. . Οι περισσότεροι πήγαν στα σπίτια τους και πήραν όσα περισσότερα βέλη μπορούσε και είχε ο καθένας.  Αρματωμένοι με τα βέλη στην πλάτη τους,  παραφύλαξαν  αθόρυβα  και μόλις ο θεόρατος δράκος φάνηκε να έρχεται από μακριά, ο Νέστορας έτρεξε γρήγορα κι άφησε στο δρόμο του έναν κουβά νερό, που τον είχαν μαζέψει όλοι μαζί, βάζοντας ο καθένας και μια σταλίτσα νερό από τη βρύση του. Προτού να φύγει  όμως, έριξε  μέσα στον κουβά  δυο κιλά υπνωτικό σε σκόνη που θα έκανε τον δράκο να κοιμάται τουλάχιστον για τρεις μέρες!


Ο δράκος έπεσε στην παγίδα τους και μόλις κατάπιε γρήγορα γρήγορα το νερό μαζί με τον κουβά, έπεσε κάτω φαρδύς πλατύς , ροχαλίζοντας τόσο δυνατά που σείστηκε η γη όλη!
Πλησίασαν τότε σιγά σιγά οι άνθρωποι και  τον έδεσαν από το πόδι γερά με σαράντα καραβόσχοινα. Έπειτα  ο Νέστορας πήρε τη μεγαλύτερη τρόμπα που βρήκε, την έβαλε στο αυτί του και άρχισε να τον φουσκώνει.....και να τον φουσκώνει....και να τον φουσκώνει .....ώσπου ο δράκος έγινε  σαν το πιο μεγάλο μπαλόνι  που υπήρξε ποτέ!
-Ωραία! Είπε με ικανοποίηση. Νομίζω πως έφτασε η ώρα να τον αμολήσουμε....να κάνει παρέα του ήλιου και του φεγγαριού!
-Χα χα χα! Γέλασαν όλοι μόλις ο αρχηγός τους έκοψε τα σχοινιά κι  ο φουσκωμένος δράκος υψώθηκε  στον ουρανό. Τα πουλάκια που εκείνη την ώρα φτερούγιζαν ανέμελα,  τον κοίταξαν απορημένα.
Αμέσως , πήραν όλοι τα βέλη τους και τον σημάδεψαν.





Μόλις ο Νέστορας τους  έδωσε το σύνθημα, εκατοντάδες βέλη τρύπησαν το σκληρό σώμα του δράκου που ήταν γεμάτο από χονδρά λέπια . Μέσα σε δύο λεπτά τον  γέμισαν με αμέτρητες τρυπούλες.  Ο δράκος ξαφνικά  έμοιαζε με πελώριο  σουρωτήρι! 

Όλο το νερό που είχε καταπιεί,  άρχισε να κυλά από τις τρύπες και να ξεχύνεται στη γη. Για τρεις μέρες ο δράκος ήταν ψηλά στον ουρανό και το νερό άδειαζε από την κοιλιά του  , σαν τη πιο γλυκιά κι ευλογημένη βροχούλα. Μόλις έπεσαν κι οι τελευταίες σταγόνες, άρχισε σιγά σιγά να ξεφουσκώνει και να ξανακατεβαίνει στη γη.
Ευτυχώς κοιμόταν ακόμα. Οι χωρικοί  τον ξανάδεσαν με πεντακόσια χοντρά σχοινιά αυτήν την φορά ! Δε θα αργούσε να ξυπνήσει. Έτρεμαν στην ιδέα ότι ο δράκος θα λυνόταν και θα τους κυνηγούσε αγριεμένος. Μπορεί και να τους έτρωγε. Τόσο κακός που ήταν... Ποτέ δεν τους λυπήθηκε, γιατί να τους λυπηθεί τώρα;  Καλύτερα λοιπόν να ήταν σίγουροι.
Ο Νέστορας δε φοβόταν, μα ήξερε καλά πως η δύναμή του, όπως κι η δύναμη όλων, δεν έφτανε τη δύναμη του δράκου.  Αφού τύλιξαν σφιχτά τα σχοινιά σε δέκα μεγάλους πασσάλους, εκείνος άνοιξε τα μάτια του.  Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε κι όλοι κράτησαν την ανάσα τους από το φόβο!  Μόλις όμως προσπάθησε να σηκωθεί και είδε τα σχοινιά, ούρλιαξε αγριεμένος.  Πάλεψε για να ξεφύγει, φώναξε να τον ελευθερώσουν ,  τους απείλησε ότι θα τους καταπιεί όλους, έστειλε τις φλόγες του ψηλά στον ουρανό αλλά τίποτα δε στάθηκε ικανό να πείσει τους ανθρώπους να τον λύσουν.   Αφού είδε κι απόειδε, σταμάτησε απογοητευμένος και το μόνο που ζήτησε ήταν να μάθει γιατί  τον κρατούσαν δεμένο. 


Ο Νέστορας τότε πήρε το λόγο και  του εξήγησε πως το έκαναν για να του δώσουν ένα γερό μάθημα! Του είπε για την απελπισία που  προκάλεσε στους χωρικούς η αδιαφορία του. Του  μίλησε  για τη ζωή τους και τόσο πόσο όμορφη ήταν , προτού να εμφανιστεί εκείνος. Του είπε ακόμη για το πόσο δυστυχισμένοι έγιναν όλοι τους από τότε που εκείνος έπινε όσο νερό ήθελε χωρίς ποτέ να σκέφτεται τους άλλους.  Όλα του τα είπε. Για τη βρώμα , τη ζέστη και τη δίψα που τυραννούσαν τον κόσμο εξαιτίας του. 


-Όλοι χρειαζόμαστε το νερό, όλοι διψάμε και το έχουμε ανάγκη. Δεν μπορούμε όμως , να σκεφτόμαστε μόνον τον εαυτό μας και να είμαστε τόσο εγωιστές. Ντροπή σου!    του φώναξε με θάρρος ο  Νέστορας κι όλοι μαζί με μια φωνή του το ξαναφώναξαν με όλη τους τη δύναμη.


-ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ! 


Ο δράκος χαμήλωσε τα μάτια του και με τα χέρια του έκλεισε τα αφτιά του για να μην τους ακούει άλλο.


-Φτάνει! Φτάνει είπα! Εντάξει, το παραδέχομαι. Έκανα λάθος. Έχετε δίκιο να μου φωνάζετε. Σκέφτηκα μόνο τον εαυτό μου. Μα τώρα το κατάλαβα. Συγγνώμη ..... είπε λυπημένος. 





 Στεναχωρήθηκε και μετάνιωσε για ό,τι έκανε και για το κακό που είχε προξενήσει. Ο  Νέστορας και οι φίλοι του , που δεν ήταν καθόλου εγωιστές συγχώρεσαν γρήγορα τον δράκο. Εξάλλου ποτέ δεν ήθελαν το κακό του. Το μόνο που ζητούσαν , ήταν να τους σκέφτεται λιγάκι. Και για να του αποδείξουν πως το νερό έφτανε για όλους , του υποσχέθηκαν  πως κάθε βράδυ θα άφηναν έξω από το σπίτι τους , ο καθένας ξεχωριστά, από δέκα κουβάδες νερό για  να το πίνει.
-Το νερό θα μοιραστεί δίκαια σε όλους! Έχεις  το λόγο μου, του είπε ο Νέστορας και έδωσαν τα χέρια.
Πραγματικά, ο δράκος , από εκείνη την ημέρα κι έπειτα , έπινε μόνο το νερό που του άφηναν όλοι έξω απ την πόρτα τους. Η δίψα του δεν έσβηνε τελείως μα καθώς σκεφτόταν πως όλοι τώρα  τον αγαπούσαν για την υπομονή και το σεβασμό που τους έδειχνε.....την ξεχνούσε γρήγορα! Κι αυτός για να  ξεπληρώσει το καλό που του έκαναν , έγινε ο πιο πιστός φύλακας του χωριού. Κανείς  δεν τολμούσε να κάνει κακό στους χωρικούς.
 Έτσι , σιγά σιγά , η ζωή τους ξανάγινε ήρεμη κι ευτυχισμένη όπως πριν  και ο Νέστορας ξεκίνησε για νέες περιπέτειες.  Όλο και κάποιος άλλος θα τον χρειαζόταν!
 Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Νέλλυ Νέζη

Καλά Χριστούγεννα σε όλους μας με ένα παραμύθι.... στο πνεύμα των Χριστουγεννων για τα παιδιά και για όλους όσους σκέφτονται και ζουν ,τόσο αθώα, όσο τα παιδιά ;-)

Friday, November 27, 2009

Το παζάρεμα

-Πόσο έχουν ;
-150 για σένα κούκλα μου.
-Σκέψου να μη με έβρισκες και κούκλα.
-Ρε κούκλα, πού θα το βρεις φτηνότερα;
-Μάλλον παρακάτω ....
-130 κι έφυγες σε δύο λεπτά.
-Δυο διαδρομάκια είναι ...πάνω από 100 δε δίνω .
-Ε ρε κούκλα , τι να σου πω τώρα; Τα βλέπεις και μόνη σου ...χαλιά ...άλφα πράγμα λέμε.
-Διαδρομάκια είναι ...μην τα μπερδεύουμε....100 . Δεκάρα παραπάνω
-Ρε το φελέκι μου μέσα ! Άιντε ! Δικά σου
-Ευχαριστώ!
-Τον Θεό ρε κοπελιά...τον Θεό !
-Που την έκανε όμορφη;


Γύρισε απότομα και τον κοίταξε. Ποιος ήταν αυτός; Από πού εμφανίστηκε;


-Είσαι καλή στο παζάρεμα .Της χαμογέλασε με νόημα
-Μάλλον.
-Το κάνεις πάντα όταν ψωνίζεις;
-Μπα! Πρώτη φορά!
-Γιατί δεν με πείθεις;  Πρώτη φορά και γλίτωσες πενήντα ευρώ;
-Η τύχη της πρωτάρας.
-Πρωτάρα ....στο παζάρεμα?
-Με συγχωρείτε πρέπει να φύγω. Γεια σας.
-Επ ...τι έγινε ; Σε πείραξε το αστείο μου;


Δεν του απάντησε. Πέρασε από δίπλα του , δίχως να τον κοιτάξει και συνέχισε τον δρόμο της . Είχε σκοπό να κοιτάξει και τον διπλανό πάγκο , μα προκειμένου να μην του δώσει δικαίωμα να ξανασταθεί δίπλα της ....συνέχισε.
Συνέχισε κι εκείνος.
Πίσω της.


-Κοπελιά συγνώμη αν σε προσέβαλα....περίμενε λίγο.


Έκανε το βήμα του πιο γρήγορο να την φτάσει. Περπάτησε για λίγο στο πλάι της, δίχως να της πει κάτι άλλο. Με την άκρη του ματιού της τον  παρατηρούσε να βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα , να παίρνει  ένα και να το κρεμά στα χείλη του  χωρίς να το ανάψει . Την κοιτούσε επίμονα.


Πέρασε τον πάγκο με τους λουκουμάδες.  Πάντα της άρεσαν . Γαμώτο ήθελε να σταματήσει . Και τότε ...ναι...αυτός θα έβρισκε ευκαιρία να την ξαναπρήξει. Κολλιτσίδας της έγινε....Άσε ....ας  μην έτρωγε λουκουμάδες αυτή τη φορά.
Νευρίασε στη σκέψη. Για χάρη του; Αμ δε ! Λουκουμάδες  και πανηγύρι πάνε μαζί !


Σταμάτησε απότομα.


-Τι θέλεις; Ε;


Δεν της απάντησε αμέσως. Έμεινε για λίγο να την κοιτά επίμονα , από την κορφή ως τα νύχια ....απλά χαμογελώντας.


-Θέλεις κάτι άνθρωπέ μου; Σε ρωτάω! Αν δε θες, άντε μου και στο...καλό !
-Να σου ζητήσω συγνώμη .
-Δεκτή. Κάτι άλλο;
-Να σε γνωρίσω;
-Μη δεκτό. Κάτι άλλο;
-Γιατί είσαι τόσο επιθετική μαζί μου;
-Γιατί δε γουστάρω να μου κολλάνε από πίσω όταν κάνω τα  ψώνια μου !
-Εμ...τέτοιο «από πίσω» και να θέλεις να αγιάσεις.... της είπε γελώντας.


Την είδε που κοκκίνισε , και βιάστηκε να μαζέψει τα ασυμμάζευτα.


-Συγνώμη! Συγνώμη ! Μου ξέφυγε!....Είναι από τη ζημιά που έπαθα μαζί σου από τη στιγμή που σε είδα.
 -Επειδή δε συνηθίζω να βρίζω δημοσίως, κάνε μου τη χάρη και άσε με ήσυχη , του απάντησε απότομα και έκανε να φύγει.


Έτρεξε σχεδόν για να ξαναβρεθεί φάντης μπαστούνης μπροστά της , κόβοντας της το πέρασμα.


-Πάμε για μια νέα αρχή; Είμαι ο Σταύρος ....της έτεινε το χέρι
 -Κύριε Σταύρο...με ενοχλείτε!
 -Ε όχι και «κύριε» .... «Σταύρος» σκέτο.


Προσπάθησε να  περάσει από δίπλα του. Εκείνος την άφησε.


Την ακολούθησε ξανά.


-Κοπελιά;


Κατακόκκινη από θυμό , έμοιαζε έτοιμη να εκραγεί . Συνέχισε τον δρόμο της. Κι άλλος πάγκος με λουκουμάδες....ε όχι....δεν θα τον άφηνε να της χαλάσει τη μέρα.


Εκείνος την είδε.


Πήρε το κεσεδάκι της  κι ετοιμάστηκε να πληρώσει.


Το χέρι του πέρασε σχεδόν μπροστά από το πρόσωπό της σαν αστραπή. Να την προλάβει.


-Κερασμένοι ....


-Να τους φας εσύ τότε !  του έχωσε το κεσεδάκι με δύναμη στο στήθος του. Ευτυχώς πρόλαβε να το πιάσει . Σήκωσε το πόδι του να σκουπίσει το παπούτσι του από το σιρόπι που έσταξε και βιάστηκε ξοπίσω της.


 -Βρε κοπελιά; Τι σου κανα κι είσαι τόσο κακιά μαζί μου;


Ξανασταμάτησε.


-Βρε κύριε Σταύρο....σέβομαι τα χρόνια σας και δε θέλω να απαντήσω!
 -Όπα, όπα ! Τι ήταν τώρα αυτό; Αυτό είναι το πρόβλημα ;
 -Χμ...γύρω στα είκοσι με εικοσιπέντε....θα ναι, δε θα ναι  κύριε Σταύρο; 


Γέλασε ειρωνικά.


-Κούκλα μου, άκου να σου πω ....ναι....είμαι μεγαλύτερος, μα είναι και η τσέπη μεγαλύτερη,  της ψιθύρισε σκύβοντας προς το μέρος της κολλώντας σχεδόν τα χείλη του στο αυτί της.


Δεν έβλεπε από το θυμό της. Ήθελε να του χώσει μια κλωτσιά εκεί που ήξερε και να τον αφήσει να σφαδάζει , με τον κόσμο να τρέχει καταπάνω να τον βοηθήσει !
Με μάτια μισόκλειστα από την τρέλα που την είχε πιάσει , τον φαντάστηκε  να γουρλώνει τα μάτια και να πέφτει κάτω ουρλιάζοντας και χουφτώνοντας τα ....ανάμεσα του . 


Δεν το έκανε.


Τον κάρφωσε στα μάτια .


 Ωραίος άντρας . Γύρω στα πενηνταεφτά. Ίσως λίγο παραπάνω. Ίσως λίγο παρακάτω. Καλοστεκούμενος και καλοντυμένος. Αντίθετα με το μέσα του, το έξω του έδειχνε αρχοντιά.
Ναι, δεν έλεγε ψέματα. Την είχε φουσκωμένη την τσέπη ο τύπος. Για να δούμε.


Τον κάρφωσε στα μάτια , ανασηκώνοντας το φρύδι της με νόημα....


-Μπα; Κι αν η τσέπη η «μεγαλύτερη»  ....είναι τρύπια;
 -Το όνομά σου θα μου το πεις ;
 -Κατερίνα.


Ένα χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Το κάστρο άρχισε να πέφτει.


-Κατερινάκι ....τους λουκουμάδες σου....για σένα τους πλήρωσα , όχι για μένα .


Πήρε το κεσεδάκι  στα χέρια της και έστρεψε το βλέμμα της πάνω στα σοροπιαστά γυαλιστερά μπαλάκια. Παραμέρισε κανά δυο με το πλαστικό πηρουνάκι , και κάπου εκεί ανάμεσα , στο βυθό... του σιροπιού , της φάνηκε πως είδε μια γυναίκα να κλαίει την τύχη της για τον άντρα που παντρεύτηκε.


-Ευχαριστώ κύριε Σταύρο , του χαμογέλασε γλυκά.
 -Σταύρο, σκέτο.
 -Εντάξει .
 -Που λες Κατερινάκι...η τσέπη ,έννοια σου δεν είναι τρύπια.....αλλά  έτσι όπως τη βλέπω τη δουλειά, κάποιο Κατερινάκι θα την αδειάσει  σύντομα;
 -Λες ε;
 -Λέω.
 -Και τότε;
 -Έννοια σου....και θα ξαναγεμίσει στο πιτς φυτίλι.  Έπαθα ζημιά μαζί σου από την ώρα που σε είδα, σου το είπα.


Γέλασε έντονα  .


-Έχεις πλάκα τελικά Σταύρο....για δες....και πήγα να σε παρεξηγήσω.
 -Ευτυχώς που δεν έφυγα.
 -Ναι...κάτι σε μαγνήτισε,   του κλεισε το μάτι.
 - Είσαι πολύ όμορφη.
 -Ευχαριστώ  πολύ.
 -Τι λες τώρα;  Πάμε να φάμε τους λουκουμάδες κάπου πιο ήσυχα;
 -Έχεις κάτι υπόψη σου;
 -Έχει ένα ωραίο καφέ εδώ παρακάτω....εκτός.......
 -.....εκτός;.......
 -......εκτός....... αν είσαι πολύ κουρασμένη......
 -....γιατί τότε;....
 -....γιατί τότε , ξέρω ένα καλό ξενοδοχείο με πολύ άνετα κρεβάτια ...της έκλεισε το μάτι με τη σειρά του. Ό,τι αποφασίσεις, εγώ ...μαζί σου!
 -Μπορώ να προτείνω κι εγώ κάτι;
 -Φυσικά.
 -Αν πάρουμε τον ηλεκτρικό....
 -Ποιον ηλεκτρικό βρε κούκλα μου; Έχω την Μερσεντές παραπάνω , πλάκα μου κάνεις; Με τον ηλεκτρικό...τέτοιο μωρό; Βιάστηκε να τη διακόψει.
 -Αν πάρουμε τον ηλεκτρικό....στην πρώτη στάση, έχει έναν ωραίο οίκο ευγηρίας....του κλεισε για άλλη μια φορά το μάτι.
 -Μα....
 -Μαλάκα!

Friday, October 23, 2009

Ήρθε η ώρα....



κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη δώσ'της κλώτσο να γυρίσει παραμύθι να αρχινήσει...


Μια φορά κι έναν καιρό  υπήρχε ένα παιδάκι που πεινούσε. 
Δεν ήξερε γιατί.
Δεν έφταιγε σε τίποτα.
Δεν ήθελε τίποτα άλλο , παρά μόνο φαγητό.....

Κανείς δεν του έδωσε. 

Το παιδάκι έκλεισε τα μάτια του και πέθανε ήσυχα.





ΤΕΛΟΣ .






 



 
 
 

 



 



 



 



 





 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 






 



 












Wednesday, October 21, 2009

Ψηλά τακούνια ....

....άσπρα.... σε μαύρο φόντο;




....μαύρα.... σε άσπρο φόντο;



 


....κόκκινα.... σε καφέ φόντο;





...γκρι... σε ασπρόμαυρο φόντο;





ή... άσπρα και  μαύρα.... σε κόκκινο φόντο;





Όπως και να χει ....ήρθε η ώρα να μπει κάθε κατεργάρης στον πάγκο του....


Καλό χειμώνα!!!  ;-)  

Ποιος είπε ότι το να μαζεύεις τα καλοκαιρινά και να βγάζεις τα χειμωνιάτικα....δεν είναι .... παιχνιδάκι; :-P









Wednesday, October 14, 2009

ΡΑΠΟΡΤΟ !!

 ΡΑΠΟΡΤΟ 1 :


Δουλεύουμε τον "γεωργό" αυτή την εβδομάδα ! 


Τη σπορά! 


Τα αλεύρια , τα ψωμιά και τα συναφή ! 


Να μη μάθουμε κι ένα τραγουδάκι για τον γεωργό ; 


Άντε και το ξεκινήσαμε! 


Με όλες τις κινήσεις του! 

Τάχα μου ότι οργώνουμε, τάχα μου ότι σπέρνουμε, τάχα μου ότι είμαστε εμείς τα  σποράκια που, από φυτεμένα στο χώμα ( = μεταφράζεται σε ξάπλωμα στη μοκέτα ) ...μεγαλώνουμε με τη βροχή και τον ήλιο ( =μεταφράζεται από σταδιακό σήκωμα  ως χοροπηδητό ωωωωωωωως το ταβάνι για να δείξουμε πόοοοοοοοοοσο μεγαλώσαμε :-D ) , τάχα μου ότι θερίζουμε, ότι αλωνίζουμε ( χέρια πόδια στον αέρα σαν τρελά όλοι μαζί ! ) ,  ότι αλέθουμε το σιτάρι στο μύλο ( =μεταφράζεται σε απίστευτο γύρω-γύρω μέχρι να χάσεις τα αυγά και τα πασχάλια  ...για να δείξουμε πως γυρίζει ο μύλος ντε ! ) και ...τάχα μου ότι ψήνουμε το ψωμί !



Γιατί ναι ...το σωστό είναι τα παιδάκια να διασκεδάζουν ταυτόχρονα όσο μαθαίνουν το τραγουδάκι!



Και διασκεδάζουν! 


Πάει το ξεφωνητό και το χαχανητό σύννεφο!! 


Και ..."πάλι Κυρία!" ...  "πάλι Κυρία!"  ....  "πάλι Κυρία!"  

Κι εσύ το ξανακάνεις, και το ξανακάνεις και το ξανακάνεις  ....γιατί γουστάρεις τρελά να τα βλέπεις να το ευχαριστιούνται με την καρδιά τους ! 


Και το κάνουν και εκείνα μαζί σου ! Και μετά όλοι μαζί πέφτουμε ξεροί στην μοκέτα να ξεκουραστούμε ....


Και κάπου εκεί ....λαχανιασμένη ....ανάσκελα στη μοκέτα , μου ήρθε πάλι στο μυαλό 


"ΣΥΝΤΑΞΗ ΣΤΑ 65 ????????????
ΠΩΣ ΘΑ ΤΑ ΚΑΝΩ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΩΣ ΤΑ 65 ΤΗΝ ΤΡΕΛΑ ΜΟΥ ΜΕΣΑ ?"




Με νιώθεις Διαμαντοπούλου,  ε ? 
Εσύ που είσαι γυναίκα....δεν μπορεί ....θα με νιώθεις !! 
Λίγο η εμμηνόπαυση, κάτι η οστεοπόρωση ....πώς θα το φτάνω το ταβάνι στα 65 η νηπιαγωγός ? Πώς θα γυρίζω σαν τη σβούρα ;





....Ευτυχώς οι φωνές των παιδιών με έβγαλαν γρήγορα από τις σκέψεις μου ....


-Τον Ντούτσε κυρία! Τον Ντούτσε τώρα .....








ΡΑΠΟΡΤΟ 2 :



Ο Βασιλάκης , προνήπιο, όλα τα λεφτά μιλάμε! 


Στρουμπουλούλης, τρελό κλάμα την πρώτη μέρα, τρελή αδυναμία στη συνέχεια ! 


Με το που ακούει το κλειδί στην πόρτα όταν είμαι απογευματινή και πηγαίνω στις 12 ..χοροπηδάει και φωνάζει το όνομά μου ! 


Με το που κάνω να φύγω κατά τις 12 , όταν είμαι πρωινή ....με περνά από ανάκριση μισο-ψευτο-κλαίγοντας 


-Εεεεσυ τώρα ....πού....πού....σνιφ, σνιφ....θα πας ; Ε ?


-Σπίτι μου! 


-Ε...ε....σνιφ...σνιφ....έχεις δουλειές ;


-Ναι Βασιλάκη μου, έχω να μαγειρέψω, να ξεσκονίσω και να τινάξω τα χαλιά! 


-Καλά....κα....σνιφ σνιιιιιιφ ...λά ........μήπως μπορείς να ξανάρθεις μόλις τινάξεις τα χαλιά; 


:-D 


Σήμερα ο Βασιλάκης, είπε το φίλο του "μαλάκα". 



-Βασιλάκη μου ... δεν κάνει να στεναχωρούμε τους φίλους μας ε; Κοίτα τώρα τον Παναγιωτάκη πόσο στεναχωρημένος είναι που του μίλησες με αυτόν τον τρόπο. Μπορείς να ζητήσεις "συγνώμη" από το φίλο σου;


-Νιαι, κυρία ! 

-Πού την άκουσες αυτή τη λεξούλα Βασιλάκη μου; Δεν είναι ευγενική λεξούλα αυτή....



-Ο Μήτσος τη λέει! 


-Ποιος είναι ο Μήτσος, Βασιλάκη μου; 


-Ο φίλος του μπαμπά! 


-Και τι λέει δηλαδή; 


-Όταν έρχεται σπίτι, λέει τον μπαμπά ....μαλάκα !

-Καλά...εσύ αν τον ξανακούσεις να του πεις ότι δε μιλάει ευγενικά και να μην το ξαναπείς, εντάξει ;

-Νιαι κυρία!
  

Πέρασε κανά δεκάλεπτο. Ήρθε στην αγκαλιά μου κλαίγοντας η Αννούλα! 

-Κυρία...ο Βασιλάκης με είπε "πουτάνα" ! 

.............................................................................................


Για το πού άκουσε το "πουτάνα" ...δεν τόλμησα να ρωτήσω ! 










ΡΑΠΟΡΤΟ ΤΕΛΟΣ !!

Saturday, October 03, 2009

Πόρνες στο σώμα....

Σε συζητάν δίχως γιατί και όχι άδικα, όπως κοιμασαι στα στενά παλιά λαδάδικα





έγινες φήμη και γι αυτό δε φυλακίζεσαι , ζεις στο σκοτάδι παστρικά μα δεν ορκίζεσαι 




Λάμπεις στα κόκκινα σατέν που σε τυλίγουνε, άσπροι και σέρτικοι καπνοί σε καταπίνουνε 





σε καλντερίμια ξενυχτάς υγρά λιθόστρωτα, στου πληρωμένου παραδείσου την αυλόπορτα 





Τόσα δίνω πόσα θες, στα λαδάδικα πουλάνε αυτό που θες





κάθε κάμαρα κελί , με βαριά παλικαρίσια αναπνοή ....





Μύριες χαμένες μοναξιές με σένα σμίγανε , φευγαν καράβια μα πριν φύγουν σου σφυρίζανε 





πόσα παιδιά ήρθαν να βρουν το αντριλίκι τους και σου ακουμπήσανε δειλά το χαρτζηλίκι τους 





Τόσα δίνω πόσα θες, στα λαδάδικα πουλάνε αυτό που θες




κάθε κάμαρα κελί με βαριά παλικαρίσια αναπνοή 






Τόσα δίνω πόσα θες, στα λαδάδικα πουλάνε αυτό που θες 


 


 τόσα παίρνω κι ό,τι θες, στην τιμή περιλαμβάνεται ο καφές






 ..................................................

υ.γ Το μπλογκ γιορτάζει με Μητροπάνο ...έκλεισε τα τρία χρόνια ....


ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΛΑ !! 


Και ναι...χίλιες φορές οι πόρνες στο σώμα , παρά οι πόρνες και οι πόρνοι στην ψυχή που δυστυχώς συνήθως...τους προσκυνάμε ....


Thursday, October 01, 2009

Nαι, τις πάτησα.



 






και την άφησα  να χυθεί .....







να απλωθεί ....






....χρυσό μονοπάτι να γίνει , να φτάσω τον ήλιο .....










Ναι. Πατάω στα πόδια μου .





 .

Πάνω στις πέτρες που ξέβρασε εκείνη. 
Όχι, δεν τις μάζεψα.
Όχι, δεν τις ζωγράφισα. 


Τις πάτησα.


 
 



 
Designed by Lena