Μια φορά κι έναν καιρό ,σε ένα σπιτάκι ξύλινο και φτωχικό καταμεσής του δάσους, γεννήθηκε ένα όμορφο αγοράκι. Λίγες ώρες αφότου το μωρό είχε έρθει στη ζωή, δύο κοπέλες , όμορφες σαν χρυσοστόλιστες νεράιδες, πήγαν να το ασημώσουν . Στάθηκαν δίπλα στην κούνια του, άφησαν το δώρο τους και του ευχήθηκαν όταν θα μεγαλώσει να γίνει ο πιο θαρραλέος κι ο πιο έξυπνος από όλους.
- Να πάρεις το θάρρος του και την εξυπνάδα του Ηρακλή! του ψιθύρισε η μία προσέχοντας να μην το ξυπνήσει.
- Αυτή να είναι η δύναμή σου. Η τόλμη σου και το μυαλό σου ! είπε λίγο πιο δυνατά η άλλη .
Ήταν οι νονές του, που περίμεναν πώς και πώς τον ερχομό του και πήγαν να τον καλουποδεχτούν. Ήθελαν να του χαρίσουν τις πιο γλυκές ευχές τους. Τον βάφτισαν Νέστορα. Και πραγματικά , όσο περνούσαν τα χρόνια κι ο Νέστορας μεγάλωνε, τόσο πιο ατρόμητος κι έξυπνος γινόταν.
Του άρεσε πολύ να ταξιδεύει . Να γυρνά τις πολιτείες και τα χωριά και να βοηθά , όποιον τον έχει ανάγκη. Έβρισκε πάντα τον τρόπο να ξεγελά και να παγιδεύει ακόμα και τους πιο άγριους ληστές. Αλλά και τους πιο πονηρούς κακοποιούς! Τα έβαζε μέχρι και με τους θυμωμένους αέρηδες, τις πλημμύρες και τις φωτιές . Δεν δίσταζε ούτε στιγμή να βουτήξει σε ένα φουσκωμένο ποτάμι για να σώσει κάποιον άτυχο που είχε πέσει στα νερά του. Αλλά κι άμα έβλεπε ένα μικρό πουλάκι να κινδυνεύει να καεί σε πυρκαγιά, περνούσε μέσα από τις φλόγες για να το σώσει. Για όλα αυτά που έκανε, οι άνθρωποι τον αγαπούσαν πολύ και το όνομά του είχε αρχίσει να γίνεται ξακουστό.
Όταν κάποτε ξεκουραζόταν στην όχθη ενός ποταμού, άκουσε βήματα να τον πλησιάζουν. Γρήγορα ποδοβολητά, να τρέχουν προς το μέρος του. Μέχρι να σηκωθεί να δει τι γίνεται, δύο αναψοκοκκινισμένοι άνδρες τον έφτασαν.
-Είσαι ο Νέστορας; Τον ρώτησαν λαχανιασμένοι.
-Ναι. Εσείς ποιοι είστε; Τι γυρεύετε;
-Εσένα γυρεύουμε αφέντη μας. Εσένα. Μάθαμε πως βρίσκεσαι εδώ και τρέξαμε να σε βρούμε.
-Μα τι συμβαίνει; Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;
-Ερχόμαστε από ένα πολύ μακρινό χωριό άρχοντά μου. Δυο μέρες τρέχουμε συνέχεια για να σε προλάβουμε. Πρέπει να μας βοηθήσεις. Κινδυνεύουμε! Όλοι μας! Κινδυνεύουμε από τον τρομερό δράκο που ζει στη σπηλιά του χωριού μας!
-Δράκος; Απόρησε ο Νέστορας. Και τι ζητάει; Τι σας έκανε;
Οι δύο άντρες ξεκίνησαν να του λένε για το κακό που τους είχε βρει. Στο χωριό τους ζούσε ένας δράκος , τρομερός και φοβερός. Πύρινες φλόγες , έκαιγαν ασταμάτητα μέσα του. Η φωτιά που έβγαινε ορμητικά από το στόμα του, ήταν το όπλο του ενάντια σε όλους τους εχθρούς του. Δεν μπορούσε όμως να αντέξει την ανυπόφορη ζέστη που του προκαλούσε και για αυτό ήθελε συνέχεια να πίνει νερό. Κάθε λίγο και λιγάκι. Δεν μπορούσε να ξεδιψάσει με τίποτα!
Ρούφηξε τη θάλασσα όλη, τα ποτάμια, τις λίμνες, τα ρυάκια όλα ....Οι βρύσες στέρεψαν και οι άνθρωποι δεν ήξεραν πια τι να κάνουν. Βρίσκονταν σε απόγνωση! Δεν είχαν νερό να ποτίσουν τα χωράφια τους, οι καρποί ξεράθηκαν, άρχισαν να πεινούν , να βρωμίζουν, να διψούν...
-Διψάω, έλεγε ο ένας
-Πεινάω έλεγε ο άλλος
-Είμαι τόσο βρώμικος που με κυνηγούν οι μύγες όλες.....έκανε θυμωμένος ένας τρίτος
-Ζεσταίνομαι και δεν έχω νεράκι να δροσιστώ, παραπονιόταν ένας άλλος......
Μάταια άνοιγαν τις βρύσες για να τρέξει μια στάλα. Κι όταν έφτασε το καλοκαίρι κι έτρεξαν εκεί που κάποτε βρισκόταν η θάλασσα για να δροσιστούν, στη θέση της βρήκαν μια απέραντη έρημο.
Ο δράκος συνέχιζε να ρουφάει όλο το νερό και να μη νοιάζεται καθόλου για τους χωρικούς που τους έβλεπε να υποφέρουν. Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Αποφάσισαν λοιπόν να στείλουν τους πιο γρήγορους του χωριού να βρουν τον Νέστορα. Έτσι κι έκαναν.
Ο Νέστορας , τόση ώρα τους άκουγε προσεχτικά. Δεν μίλησε καθόλου. Μόνο άκουγε και σκεφτόταν σιωπηλός.
-Πρέπει να κάνουμε κάτι για να μπορέσουμε να πάρουμε πίσω όλο το νερό που μας έχει στερήσει ο δράκος .Θα μας βοηθήσεις αφέντη; Τον ρώτησε ο πρώτος.
-Ναι, ναι! Να τον κάνουμε να καταλάβει πόσο άσχημο είναι να αδιαφορεί για τους άλλους! Θα μας πεις τι να κάνουμε; Τον ρώτησε κι ο δεύτερος γεμάτος αγωνία.
-Μην ανησυχείτε. Μαζί θα πάμε στο χωριό σας και θα βρούμε τη λύση, είπε με θάρρος ο Νέστορας κι οι δύο άντρες χαμογέλασαν με ευγνωμοσύνη.
Έτσι, όλοι μαζί πήραν τον δρόμο για το άτυχο χωριουδάκι.
Όταν έφτασαν, οι χωρικοί τον υποδέχτηκαν σαν ήρωα. Απελπισμένοι έπεσαν πάνω του και τον παρακαλούσαν κλαίγοντας να τους βοηθήσει.
Ο Νέστορας , κάλεσε όλους τους κατοίκους να κάτσουν κοντά του και να του πουν όλα όσα γνώριζαν για τον περιβόητο δράκο. Δυο μερόνυχτα κουβέντιαζαν συνέχεια κι έμειναν ξάγρυπνοι . Τελικά το πολυμήχανο μυαλό του Νέστορα σκέφτηκε ένα πολύ έξυπνο σχέδιο που θα τους βοηθούσε να απαλλαγούν από τον κακό δράκο. Όταν το άκουσαν οι χωρικοί, όλοι φώναξαν με ενθουσιασμό
-Ναι, ναι! Να τον κάνουμε να καταλάβει πόσο άσχημο είναι να αδιαφορεί για τους άλλους! Θα μας πεις τι να κάνουμε; Τον ρώτησε κι ο δεύτερος γεμάτος αγωνία.
-Μην ανησυχείτε. Μαζί θα πάμε στο χωριό σας και θα βρούμε τη λύση, είπε με θάρρος ο Νέστορας κι οι δύο άντρες χαμογέλασαν με ευγνωμοσύνη.
Έτσι, όλοι μαζί πήραν τον δρόμο για το άτυχο χωριουδάκι.
Όταν έφτασαν, οι χωρικοί τον υποδέχτηκαν σαν ήρωα. Απελπισμένοι έπεσαν πάνω του και τον παρακαλούσαν κλαίγοντας να τους βοηθήσει.
Ο Νέστορας , κάλεσε όλους τους κατοίκους να κάτσουν κοντά του και να του πουν όλα όσα γνώριζαν για τον περιβόητο δράκο. Δυο μερόνυχτα κουβέντιαζαν συνέχεια κι έμειναν ξάγρυπνοι . Τελικά το πολυμήχανο μυαλό του Νέστορα σκέφτηκε ένα πολύ έξυπνο σχέδιο που θα τους βοηθούσε να απαλλαγούν από τον κακό δράκο. Όταν το άκουσαν οι χωρικοί, όλοι φώναξαν με ενθουσιασμό
-Ζήτωωω! Ζήτωωω! Επιτέλους....Θα δώσουμε ένα καλό μάθημα σε αυτόν τον παλιοδράκο!
Περίμεναν να ξημερώσει και αμέσως έβαλαν το σχέδιο σε εφαρμογή ! Όλοι έκαναν ό,τι ακριβώς τους είχε ζητήσει ο αρχηγός τους. . Οι περισσότεροι πήγαν στα σπίτια τους και πήραν όσα περισσότερα βέλη μπορούσε και είχε ο καθένας. Αρματωμένοι με τα βέλη στην πλάτη τους, παραφύλαξαν αθόρυβα και μόλις ο θεόρατος δράκος φάνηκε να έρχεται από μακριά, ο Νέστορας έτρεξε γρήγορα κι άφησε στο δρόμο του έναν κουβά νερό, που τον είχαν μαζέψει όλοι μαζί, βάζοντας ο καθένας και μια σταλίτσα νερό από τη βρύση του. Προτού να φύγει όμως, έριξε μέσα στον κουβά δυο κιλά υπνωτικό σε σκόνη που θα έκανε τον δράκο να κοιμάται τουλάχιστον για τρεις μέρες!
Ο δράκος έπεσε στην παγίδα τους και μόλις κατάπιε γρήγορα γρήγορα το νερό μαζί με τον κουβά, έπεσε κάτω φαρδύς πλατύς , ροχαλίζοντας τόσο δυνατά που σείστηκε η γη όλη!
Πλησίασαν τότε σιγά σιγά οι άνθρωποι και τον έδεσαν από το πόδι γερά με σαράντα καραβόσχοινα. Έπειτα ο Νέστορας πήρε τη μεγαλύτερη τρόμπα που βρήκε, την έβαλε στο αυτί του και άρχισε να τον φουσκώνει.....και να τον φουσκώνει....και να τον φουσκώνει .....ώσπου ο δράκος έγινε σαν το πιο μεγάλο μπαλόνι που υπήρξε ποτέ!
-Ωραία! Είπε με ικανοποίηση. Νομίζω πως έφτασε η ώρα να τον αμολήσουμε....να κάνει παρέα του ήλιου και του φεγγαριού!
-Χα χα χα! Γέλασαν όλοι μόλις ο αρχηγός τους έκοψε τα σχοινιά κι ο φουσκωμένος δράκος υψώθηκε στον ουρανό. Τα πουλάκια που εκείνη την ώρα φτερούγιζαν ανέμελα, τον κοίταξαν απορημένα.
Αμέσως , πήραν όλοι τα βέλη τους και τον σημάδεψαν.
Μόλις ο Νέστορας τους έδωσε το σύνθημα, εκατοντάδες βέλη τρύπησαν το σκληρό σώμα του δράκου που ήταν γεμάτο από χονδρά λέπια . Μέσα σε δύο λεπτά τον γέμισαν με αμέτρητες τρυπούλες. Ο δράκος ξαφνικά έμοιαζε με πελώριο σουρωτήρι!
Όλο το νερό που είχε καταπιεί, άρχισε να κυλά από τις τρύπες και να ξεχύνεται στη γη. Για τρεις μέρες ο δράκος ήταν ψηλά στον ουρανό και το νερό άδειαζε από την κοιλιά του , σαν τη πιο γλυκιά κι ευλογημένη βροχούλα. Μόλις έπεσαν κι οι τελευταίες σταγόνες, άρχισε σιγά σιγά να ξεφουσκώνει και να ξανακατεβαίνει στη γη.
Ευτυχώς κοιμόταν ακόμα. Οι χωρικοί τον ξανάδεσαν με πεντακόσια χοντρά σχοινιά αυτήν την φορά ! Δε θα αργούσε να ξυπνήσει. Έτρεμαν στην ιδέα ότι ο δράκος θα λυνόταν και θα τους κυνηγούσε αγριεμένος. Μπορεί και να τους έτρωγε. Τόσο κακός που ήταν... Ποτέ δεν τους λυπήθηκε, γιατί να τους λυπηθεί τώρα; Καλύτερα λοιπόν να ήταν σίγουροι.
Ο Νέστορας δε φοβόταν, μα ήξερε καλά πως η δύναμή του, όπως κι η δύναμη όλων, δεν έφτανε τη δύναμη του δράκου. Αφού τύλιξαν σφιχτά τα σχοινιά σε δέκα μεγάλους πασσάλους, εκείνος άνοιξε τα μάτια του. Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε κι όλοι κράτησαν την ανάσα τους από το φόβο! Μόλις όμως προσπάθησε να σηκωθεί και είδε τα σχοινιά, ούρλιαξε αγριεμένος. Πάλεψε για να ξεφύγει, φώναξε να τον ελευθερώσουν , τους απείλησε ότι θα τους καταπιεί όλους, έστειλε τις φλόγες του ψηλά στον ουρανό αλλά τίποτα δε στάθηκε ικανό να πείσει τους ανθρώπους να τον λύσουν. Αφού είδε κι απόειδε, σταμάτησε απογοητευμένος και το μόνο που ζήτησε ήταν να μάθει γιατί τον κρατούσαν δεμένο.
Ο Νέστορας τότε πήρε το λόγο και του εξήγησε πως το έκαναν για να του δώσουν ένα γερό μάθημα! Του είπε για την απελπισία που προκάλεσε στους χωρικούς η αδιαφορία του. Του μίλησε για τη ζωή τους και τόσο πόσο όμορφη ήταν , προτού να εμφανιστεί εκείνος. Του είπε ακόμη για το πόσο δυστυχισμένοι έγιναν όλοι τους από τότε που εκείνος έπινε όσο νερό ήθελε χωρίς ποτέ να σκέφτεται τους άλλους. Όλα του τα είπε. Για τη βρώμα , τη ζέστη και τη δίψα που τυραννούσαν τον κόσμο εξαιτίας του.
-Όλοι χρειαζόμαστε το νερό, όλοι διψάμε και το έχουμε ανάγκη. Δεν μπορούμε όμως , να σκεφτόμαστε μόνον τον εαυτό μας και να είμαστε τόσο εγωιστές. Ντροπή σου! του φώναξε με θάρρος ο Νέστορας κι όλοι μαζί με μια φωνή του το ξαναφώναξαν με όλη τους τη δύναμη.
-ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ!
Ο δράκος χαμήλωσε τα μάτια του και με τα χέρια του έκλεισε τα αφτιά του για να μην τους ακούει άλλο.
-Φτάνει! Φτάνει είπα! Εντάξει, το παραδέχομαι. Έκανα λάθος. Έχετε δίκιο να μου φωνάζετε. Σκέφτηκα μόνο τον εαυτό μου. Μα τώρα το κατάλαβα. Συγγνώμη ..... είπε λυπημένος.
Στεναχωρήθηκε και μετάνιωσε για ό,τι έκανε και για το κακό που είχε προξενήσει. Ο Νέστορας και οι φίλοι του , που δεν ήταν καθόλου εγωιστές συγχώρεσαν γρήγορα τον δράκο. Εξάλλου ποτέ δεν ήθελαν το κακό του. Το μόνο που ζητούσαν , ήταν να τους σκέφτεται λιγάκι. Και για να του αποδείξουν πως το νερό έφτανε για όλους , του υποσχέθηκαν πως κάθε βράδυ θα άφηναν έξω από το σπίτι τους , ο καθένας ξεχωριστά, από δέκα κουβάδες νερό για να το πίνει.
-Το νερό θα μοιραστεί δίκαια σε όλους! Έχεις το λόγο μου, του είπε ο Νέστορας και έδωσαν τα χέρια.
Πραγματικά, ο δράκος , από εκείνη την ημέρα κι έπειτα , έπινε μόνο το νερό που του άφηναν όλοι έξω απ την πόρτα τους. Η δίψα του δεν έσβηνε τελείως μα καθώς σκεφτόταν πως όλοι τώρα τον αγαπούσαν για την υπομονή και το σεβασμό που τους έδειχνε.....την ξεχνούσε γρήγορα! Κι αυτός για να ξεπληρώσει το καλό που του έκαναν , έγινε ο πιο πιστός φύλακας του χωριού. Κανείς δεν τολμούσε να κάνει κακό στους χωρικούς.
Έτσι , σιγά σιγά , η ζωή τους ξανάγινε ήρεμη κι ευτυχισμένη όπως πριν και ο Νέστορας ξεκίνησε για νέες περιπέτειες. Όλο και κάποιος άλλος θα τον χρειαζόταν!
Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
Νέλλυ Νέζη
Καλά Χριστούγεννα σε όλους μας με ένα παραμύθι.... στο πνεύμα των Χριστουγεννων για τα παιδιά και για όλους όσους σκέφτονται και ζουν ,τόσο αθώα, όσο τα παιδιά ;-)



























































